Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

'Έφυγε» ο Ζοζέ Σαραμάγκου




Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010


Πέθανε ο βραβευμένος με Νόμπελ Πορτογάλος λογοτέχνης Ζοζέ Σαραμάγκου σε ηλικία 87 ετών, στο Λανθαρότε (στις Kανάριους Νήσους), όπου είχε αποτραβηχτεί μαζί με τη σύζυγό εδώ και πολλά χρόνια. Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσε η οικογένειά του και εκδοτικός οίκος Alfaguara.

Ο Σαραμάγκου ασχολήθηκε σχεδόν με όλα τα είδη του γραπτού λόγου ως μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Πριν δύο χρόνια ξεκίνησε το προσωπικό του μπλογκ, κάνοντας ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις για ζητήματα της επικαιρότητας που κυκλοφόρησαν αργότερα σε βιβλίο με τίτλο «Το τετράδιο» (εκδ. Καστανιώτη).

Ο μπλόγκερ Σαραμάγκου ήταν «οργισμένος», σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Έκο, ο οποίος έγραψε την εισαγωγή στην έκδοση. Ο Πορτογάλος λογοτέχνης είχε γράψει καυστικά σχόλια για τον Τζορτζ Μπους, τον Μπερλουσκόνι, τον Σαρκοζί αλλά και τρυφερά κείμενα για τους συγγραφείς που θαύμαζε.

Στο έργο του ο Σαραμάγκου συνδύαζε το μύθο, την αλληγορία, την Ιστορία και τη σουρεαλιστική φαντασία. Ο ίδιος θεωρούσε ότι το βασικό θέμα στα μυθιστορήματά του ήταν «η δυνατότητα του αδύνατου, τα όνειρα και οι ψευδαισθήσεις».

Μια «γεμάτη» ζωή

Ο Σαραμάγκου γεννήθηκε στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας το 1922, ενώ δύο χρόνια αργότερα η οικογένειά του μετακόμισε στη Λισαβόνα. Παρά την έφεση του νεαρού Σαραμάγκου στα γράμματα, οι γονείς του δεν είχαν τη δυνατότητα να τον στείλουν στο κλασικό γυμνάσιο κι έτσι συνέχισε τις σπουδές του στην τεχνική εκπαίδευση. Εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων, ως μεταφραστής και δημοσιογράφος.

Το 1944 παντρεύτηκε την Ίλντα Ρέις. Το 1947, τη χρονιά που γεννήθηκε η κόρη του Βιολάντα δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η γη της αμαρτίας». Μεσολάβησε ένα διάστημα σιωπής 19 χρόνων μέχρι να εκδώσει το δεύτερο βιβλίο του, την ποιητική ανθολογία «Οs Poemas Possiveis».

Το 1969 προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Πορτογαλίας που ήταν παράνομο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ωστόσο δεν δίσταζε να ασκήσει κριτική στους συντρόφους του.Έλαβε μέρος στην «Επανάσταση των γαρυφάλλων» που οδήγησε στην πτώση της χούντας του Σαλαζάρ.

Έγινε γνωστός το 1982 με το βιβλίο του «Το χρονικό του μοναστηριού», ένα ερωτικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται τον 18ο αιώνα. Το 1992 ξέσπασε σκάνδαλο στην Πορτογαλία με την έκδοση του βιβλίου του «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιο» που θεωρήθηκε βλάσφημο από τους Καθολικούς. Η πορτογαλική κυβέρνηση απέρριψε την υποψηφιότητά του για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας και την επόμενη χρονιά ο Σαραμάγκου αυτοεξορίστηκε στο Λανθαρότε μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του.

Το 1998 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Το μυθιστόρημά του «Περί τυφλότητος» μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Φερνάντο Μεϊρέλες. Μέσα σε εξήντα χρόνια εξέδωσε περίπου τριάντα έργα: μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα.

http://www.naftemporiki.gr


Ο θάνατός του χθες αποδόθηκε σε λευχαιμία από την οποία έπασχε πολλά χρόνια.

Τη σορό συνοδεύει στην Πορτογαλία η υπουργός Πολιτισμού της χώρας, Γκαμπριέλα Καναβίλας και η χήρα του συγγραφέα, Πιλάρ ντελ Ρίο.

Χιλιάδες κάτοικοι του Λανθαρότε συγκεντρώθηκαν χθες το απόγευμα για να αποτίσουν φόρο τιμής στο συγγραφέα.

Η οικογένεια του Σαραμάγκου δέχτηκε συλλυπητήρια από τον ισπανό πρωθυπουργό Χοσέ Λουίς Ροντρίγκες Θαπατέρο, την πρόεδρο της Αργεντινής, Κριστίνα Φερνάντες Κίρχνερ και τον πορτογάλο πρόεδρο Ανιμπαλ Καβάκο Σίλβα.

Η σορός του θα αποτεφρωθεί στη Λισαβόνα και μέρος από την τέφρα θα σκορπιστεί στην γενέτειρά του, το χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας, ενώ η υπόλοιπη θα ταφεί κάτω από μια ελιά στον κήπο του σπιτιού του, σύμφωνα με πηγές της οικογενείας του.

Μέχρι στιγμής δεν έχει οριστεί ημερομηνία για τις τελετές.

Ενοπλος κομμουνιστής μέχρι το 1969, ο Σαραμάγκου προκάλεσε αρκετές διαμάχες για τις πολιτικές του θέσεις, όπως όταν κατηγόρησε το Ισραήλ ότι έχει μετατρέψει τα παλαιστινιακά εδάφη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ή όταν πρότεινε τη συνένωση της Πορτογαλίας και της Ισπανίας σε ένα κράτος που θα αποκαλείται Ιβηρία.

Εγκαταστάθηκε στο Λανθαρότε για να διαμαρτυρηθεί για την τότε συντηρητική κυβέρνηση της χώρας του.

Τα γνωστότερα μυθιστορήματα του είναι τα εξής: Εγχειρίδιο ζωγραφικής και καλλιγραφίας(1977), Από τη γη θρεμμένος(1980), Το χρονικό του μοναστηριού(1983), Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις(1984), Η πέτρινη σχεδία(1986), Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας,(1988), Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον(1997), Περί τυφλότητος,(1995), Όλα τα ονόματα (1997).

http://www.adesmeytos.gr

Απεβίωσε ο συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου
Ο κάτοχος Νομπέλ Λογοτεχνίας (1998) υπέκυψε τελικά στη λευχαιμία.


Πέθανε ο βραβευμένος με Νόμπελ πορτογάλος συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου σε ηλικία 87 ετών στο ισπανικό νησί Λανθαρότε στα Κανάρια Νησιά, ανακοινώθηκε από την οικογένειά του και τον εκδοτικό του οίκο Alfaguara.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Aζινιάγκα της Πορτογαλίας και ήταν το παιδί ακτήμονων χωρικών που αργότερα μετακόμισαν στη Λισαβόνα.

Εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία 12 ετών για να εργαστεί ως κλειδαράς, επάγγελμα το οποίο άσκησε για δύο χρόνια.

Μετά το πρώτο του μυθιστόρημα «Γη της Αμαρτίας» που δημοσιεύθηκε το 1947, πέρασαν 19 χρόνια μέχρι να εκδώσει το δεύτερο βιβλίο του μία ποιητική ανθολογία με τίτλο «Os Poemas Possiveis». Εντωμεταξύ εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος, ως υπάλληλος σε εκδοτικούς οίκους και συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες.

Γράφτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα το 1969, ενώ τον Απρίλιο του 1974 πήρε μέρος στην «Επανάσταση των Γαρυφάλλων» που οδήγησε στην πτώση της χούντας του Σαλαζάρ.

Το δεύτερο μυθιστόρημά του «Εγχειρίδιο Ζωγραφικής και Καλλιγραφίας» δημοσιεύθηκε το 1977, όμως έγινε γνωστός το 1982, σε ηλικία 60 ετών, με το βιβλίο του «Το χρονικό του μοναστηριού», ένα ερωτικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται τον 18ο αιώνα.

Το 1992 ξέσπασε σκάνδαλο στην Πορτογαλία με την έκδοση του βιβλίου «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον», όπου περιγράφει τον Χριστό να χάνει την παρθενιά του από τη Μαρία Μαγδαληνή και χρησιμοποιεί το Θεό για να εξασφαλίσει την παγκόσμια κυριαρχία. Το βιβλίο δέχθηκε τα πυρά της πορτογαλική εκκλησίας, ενώ η πορτογαλική κυβέρνηση απέρριψε την υποψηφιότητά του για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, γεγονός που ώθησε τον συγγραφέα να κατηγορήσει την κυβέρηση για λογοκρισία. Την επόμενη χρονιά ο Σαραμάγκου εγκατέλειψε τη χώρα του και από το 1993 ζούσε αυτοεξόριστος στο νησί Λανθαρότ στα ισπανικά Κανάρια Νησιά.

Το 1998 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ.

Το Νοέμβριο του 2009 εξέδωσε το τελευταίο του μυθιστόρημα «Κάιν», που εξιστορεί με ειρωνικό τρόπο τη βιβλική ιστορία της δολοφονίας του Άβελ από τον αδερφό του Κάιν, προκαλώντας και πάλι την Καθολική Εκκλησία. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου ο Σαραμάγκου είπε ότι η Βίβλος είναι «ένα εγχειρίδιο κακής ηθικής» και «ένας καταλογος με ό,τι χειρότερο έχει η ανθρώπινη φύση».

Μέσα σε εξήντα χρόνια ο Σαραμάγκου εξέδωσε 30 έργα: μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα.

www.kathimerini.gr

Παραμυθάς, αυτοδίδακτος, νομπελίστας
«Έφυγε» σε ηλικία 87 ετών ο Πορτογάλος συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου

Ο Πορτογάλος Ζοζέ Σαραμάγκου, ουσιαστικά αυτοδίδακτος, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998

Μαδρίτη, Ισπανία

Απεβίωσε σε ηλικία 87 ετών ο Νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου. Ο εκδότης του δήλωσε ότι ο Σαραμάγκου πέθανε στο σπίτι του στο Λανθαρότε, στα Κανάρια Νησιά.

Σύμφωνα με τον εκδότη, Τζεφερίνο Κοέλο, η κατάσταση της υγείας του συγγραφέα είχε επιδεινωθεί μετά από μία πρόσφατη ασθένεια.

Από το 1993 ζούσε στο νησί Λανθαρότε μαζί με τη σύζυγό του, Πιλάρ. Ο συγγραφέας, που έπασχε από λευχαιμία, νοσηλεύθηκε αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια στο νοσοκομείο κυρίως εξαιτίας αναπνευστικών προβλημάτων.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο για να δουλέψει και ήταν ουσιαστικά αυτοδίδακτος.

Ιστορίες-ύμνοι για τον κάθε Ανώνυμο

Η πρώτη νουβέλα του Γη της αμαρτίας εκδόθηκε το 1947, μεσολάβησαν όμως τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την έκδοση του σημαντικότερου μέρους του έργου του, για το οποίο βραβεύτηκε το 1998 με το βραβείο Νόμπελ.

Το βιβλίο του Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον δέχθηκε τα πυρά της πορτογαλική εκκλησίας, ενώ η πορτογαλική κυβέρνηση απέρριψε την υποψηφιότητά του για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, γεγονός που ώθησε τον συγγραφέα να κατηγορήσει την κυβέρνηση για λογοκρισία.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά του μυθιστορήματα είναι: Εγχειρίδιο ζωγραφικής και καλλιγραφίας (1977), Από τη γη θρεμμένος (1980), Το χρονικό του μοναστηριού (1983), Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις (1984), Η πέτρινη σχεδία (1986), Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας (1988), Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον (1997), Περί τυφλότητος (1995), Όλα τα ονόματα (1997), Η Σπηλιά, Περί Φωτίσεως, Περί Θανάτου, Άνθρωπος Αντίγραφο.

Με τη λεπτή ειρωνεία στα κείμενά του, τους διαλόγους που μπορεί να εκτείνονται σε μία παράγραφο «μήκους» τριών σελίδων και χωρίς ούτε μία παύλα, τους πρωταγωνιστές στους οποίους δεν θέλει να χαρίσει ούτε καν όνομα, ο Σαραμάγκου χρησιμοποίησε και τελικά υπερέβη την αλληγορία, καταφέρνοντας να μεταδώσει στα έργα του την αγνή του αγάπη για τον άνθρωπο, την ειλικρινή καχυποψία στην Εξουσία και να κάνει αυτό που θέλει να κάνει κάθε πραγματικός συγγραφέας: Να πει μία ιστορία.

Οι ιστορίες των βιβλίων του φαίνονται περίεργες, αλλά η εκκεντρικότητά τους είναι απροσποίητη: Στο «Περί Θανάτου», ο Χάρος (γυναίκα, για τον Σαραμάγκου, εξαιτίας του γραμματικού γένους του θανάτου στα πορτογαλικά) αποφασίζει να κάνει απεργία: Η αρχική ευφορία γρήγορα γίνεται εφιάλτης όταν το ένα πρόβλημα ακολουθεί το άλλο, τα νοσοκομεία ξεχειλίζουν από αρρώστους, στην Εκκλησία δεν μένει πια τίποτα για να τρομοκρατήσει τους πιστούς, και τα γραφεία κηδειών επιβιώνουν κηδεύοντας σκύλους και καναρίνια.

Στην «Πέτρινη Σχεδία», ολόκληρη η Ιβηρική χερσόνησος ξεκολλάει από την ήπειρο της Ευρώπης και αρχίζει να πλέει στον Ατλαντικό (ορίστε μία λύση για τα ελλείμματα, θα σχολίαζε σήμερα ο συγγραφέας). Στο «Περί Τυφλότητος», που έγινε πριν από λίγα χρόνια ταινία, τον πληθυσμό μίας ολόκληρης χώρας χτυπά ξαφνικά μία επιδημία τυφλότητας από την οποία γλιτώνει μόνο μία γυναίκα.

Στο «Περί Φωτίσεως», η ίδια χώρα πλήττεται αυτή τη φορά από μία επιφοίτηση: Ίσως στο πιο πολιτικό του μυθιστόρημα, ο Σαραμάγκου βάζει τους ψηφοφόρους ενός ολόκληρου κράτους, που μοιάζει πολύ με την Πορτογαλία, να απορρίπτουν συλλήβδην τους πολιτικούς τους ψηφίζοντας δύο φορές συντριπτικά λευκό στις εκλογές. Οι πολιτικοί εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα στην τύχη της, αλλά οι ελπίδες τους διαψεύδονται: Η πόλη όχι μόνο δεν βυθίζεται στο χάος, αλλά φαίνεται να αποδεικνύει ότι δεν τους χρειάζεται.

Ο «Άνθρωπος Αντίγραφο» είναι ένα από τα λίγα βιβλία στα οποία ο πρωταγωνιστής έχει όνομα, αλλά δυστυχώς αυτή τη φορά του λείπει η προσωπικότητα.

Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Κάιν εκδόθηκε το Νοέμβριο. Το βιβλίο εξιστορεί με ειρωνικό τρόπο τη βιβλική ιστορία της δολοφονίας του Άβελ από τον αδερφό του Κάιν, προκαλώντας και πάλι την Καθολική Εκκλησία.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου ο συγγραφέας είχε πει ότι η Βίβλος είναι «ένα εγχειρίδιο κακής ηθικής» και «ένας κατάλογος με ό,τι χειρότερο έχει η ανθρώπινη φύση».

Μέσα σε εξήντα χρόνια ο Ζ.Σαραμάγκου εξέδωσε 30 έργα: μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα.

http://news.in.gr

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Ντίνος Ηλιόπουλος(1915 Αλεξάνδρεια-2001)







Ο Ντίνος Ηλιόπουλος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1915. Ο Πελοποννήσιος στην καταγωγή πατέρας του ήταν μεγαλέμπορας και μετά το οικονομικό κραχ του 1929 η πολυάριθμη οικογένειά του έφυγε για τη Mασσαλία, όπου ο Nτίνος τελείωσε το γυμνάσιο. Στην Αθήνα έφτασε έξι χρόνια αργότερα και ακολούθησε εμπορικές σπουδές. Υπηρέτησε τη θητεία του στο στρατό, όμως η απόλυσή του απ' αυτόν συνέπεσε με την έναρξη του πολέμου του 1940 κι έτσι ξαναντύθηκε στο χακί.

Αργότερα έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, απ' όπου απορρίφθηκε, για να περάσει τελικά στη Σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη.

Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε το 1944 με το θίασο της Κατερίνας στο έργο του Λέο Λεντς «Κυρία, σας αγαπώ» και έκτοτε συμμετείχε στους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Μαίρης Αρώνη, του Δημήτρη Χορν και πολλών άλλων. Tο 1954 συγκρότησε θίασο με το Μίμη Φωτόπουλο, με τον οποίο αποτέλεσαν ανεπανάληπτο κωμικό δίδυμο. Τρία χρόνια αργότερα και μέχρι το 1969 δημιούργησε δικό του θίασο, ανεβάζοντας έργα όπως: «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Η κυρία του κυρίου», «Το έξυπνο πουλί», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Εξοχικόν κέντρον ο Έρως» κ.ά.

Τα επόμενα χρόνια στράφηκε στην επιθεώρηση, πρωταγωνίστησε σε μιούζικαλ («Καμπαρέ», «Γλυκιά Ίρμα»), περιόδευσε στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Tο 1977 ερμήνευσε τον «Αμφιτρύωνα» του Πλαύτου στο Εθνικό Θέατρο, ενώ το 1978 εμφανίστηκε στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο με τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Αλ. Σολωμού. Για την προσφορά του στο θέατρο τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α'.

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος είχε λατρεία και για την έβδομη τέχνη. Ο κινηματογράφος είχε μπει στη ζωή του από το 1948, όταν έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με την ταινία «Εκατό χιλιάδες λίρες». Ακολούθησαν περισσότερα από 90 φιλμς, πολλά από τα οποία έμειναν ως κλασσικά, όπως: «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» (1954), «Κακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» (1960), «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963), «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963), «Το Δόλωμα» (1964), «Η Κοροϊδάρα» (1967), «Ο Στρατής παραστράτησε» (1969). Το 1986 συμμετέχει στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μελισσοκόμος».

Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται, ακόμα, τρεις δίσκοι -ο ένας με σατιρικά του Σουρή, δύο βιβλία με ευθυμογραφήματα, μια ποιητική συλλογή και φυσικά την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Ένας Hλιόπουλος ονόματι Nτίνος».

Πέθανε στις 4 Ιουνίου του 2001.

Σταύρος Παράβας(1937 – 2008)

16/9/2008




Ο μεγάλος μας κωμικός Σταύρος Παράβας γεννήθηκε στις 15 Απριλίου του 1937 από γονείς Μικρασιάτες και ήταν ο μικρότερος από τα πέντε αδέλφια του. Μεγάλωσε στα Προσφυγικά, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, αλλά γεμάτα από αγάπη, ανεμελιά και όνειρα, όπως έλεγε...

Από μικρός έπεσε στα βαθιά, καθώς έπρεπε να βοηθήσει την οικογένειά του. Έτσι, για αρκετά χρόνια έκανε δουλειές του ποδαριού. Όμως, το σαράκι του ηθοποιού τον έτρωγε. Από τα σχολικά του χρόνια, ακόμη, συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις, ενώ τα αδέλφια και οι συμμαθητές του τον παρότρυναν να συνεχίσει.

Τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής τα διδάχτηκε το 1952, δίπλα στον ηθοποιό Θεόδωρο Έξαρχο και λίγα χρόνια μετά σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κώστα Μιχαηλίδη. Η πρώτη του επαφή με το σανίδι ήταν με το θίασο της κυρίας Κατερίνας στο έργο «Πρώτο Ψέμα» του Γεώργιου Ρούσσου. Στη συνέχεια εμφανίστηκε σε διάφορα θεατρικά με το Ντίνο Ηλιόπουλο και τη Βίλμα Κύρου.

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1960, στην ταινία «Χριστίνα» του Γιάννη Δαλιανίδη, με πρωταγωνιστές τον Ντίνο Ηλιόπουλο, την Τζένη Καρέζη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Ακολούθησε ο «Σκληρός Άντρας», το «Παιδί της πιάτσας» και το «Έξυπνο πουλί», σε ρόλους που σφυρηλάτησαν ένα από τα μετέπειτα στερεότυπα του κοινού για τον Σταύρο Παράβα, αυτό του λαϊκού μάγκα. Την ίδια χρονιά (1961) ήρθε και η «Αλίκη στο Ναυτικό» ως συνάδελφος ναυτικός δόκιμος του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Σε αυτή την περίοδο και στο πλάι του Κώστα Χατζηχρήστου εργάστηκε άοκνα στο μουσικό θέατρο, ανεβάζοντας μερικά πολύ δημοφιλή νούμερα, όπως ο «Nτένις ο τρομερός», ο «Ντιρλαντά» κ.ά.

Συνεχίζοντας τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 έδωσε σάρκα και οστά στο διαβόητο «Φίφη» σε αλλεπάλληλες ταινίες, όπως «Εμίρης και κακομοίρης» (1964), «Μπετόβεν και μπουζούκι» (1965) και «Φίφης ο ακτύπητος» (1966). Αυτός ήταν και ο δεύτερος ρόλος που έγινε σήμα κατατεθέν για το Σταύρο Παράβα: Μια οπισθοδρομική απεικόνιση του ομοφυλόφιλου άντρα, περισσότερο βασισμένη στην εικόνα που, όμως, στη συντηρητική Ελλάδα του 1960 έβγαλε άφθονο γέλιο.

Στα χρόνια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών κι ενώ η καριέρα του ήταν στο απόγειό της, ένα θεατρικό νούμερο στο «ΡΕΞ» στάθηκε η αιτία να φυλακιστεί στη Γυάρο και να βασανιστεί. Η περίοδος αυτή σφράγισε και την καριέρα του, αφού ο ίδιος γύρισε αλλαγμένος. Από το «Φίφη» και το «Μάγκα», έκανε στροφή στο κλασσικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο. Στα αξιοσημείωτα, ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Λούκα Ρονκόνι, οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη με το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, οι «Εκκλησιάζουσες», οι «Ψύλλοι στ' αφτιά» του Φεντό με τον θίασο Καλογεροπούλου, το «Μόνο ζευγάρι» με συμπρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο, στα «Σκουπίδια», στα «Χριστούγεννα των Κουπιέλο» κ.ά.

Ο Σταύρος Παράβας συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου. Έλαβε μέρος σε 47 ταινίες, σε πολλές θεατρικές παραστάσεις και σε τηλεοπτικά σήριαλ («Το φάντασμα», «Τα αδέρφια», «Οικογένεια Μουσαμά»). Βραβευθεί για το έργο του ως Πρόεδρος του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Σερρών, αλλά και για την προσφορά του στο θεατρικό σανίδι.

Από το γάμο του με τη σύζυγό του Άννυ απέκτησε τρία παιδιά: Δύο κόρες, τη Μάρθα και τη Βανέσσα, κι ένα γιο, τον Τζόναθαν. Την περίοδο της δικτατορίας, όμως, η σύζυγός και τα παιδιά του επέστρεψαν μόνιμα στην Αγγλία. Το 2002 ο γιος του πέθανε και ο θάνατός του του στοίχισε πολύ. Από κει και μετά η ζωή του άλλαξε, οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά, όμως, δεν το έβαλε κάτω...

Το Φεβρουάριο του 2008 εισήχθη στον Ερυθρό Σταυρό με επιπλοκές στην καρδιακή λειτουργία. Έπειτα από πολύμηνη μάχη, άφησε την τελευταία του πνοή στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, από ανακοπή καρδιάς.

Λεωνίδας Ντε Πιαν

23/12/2008




Ο χορευτής και χορογράφος, που εμφανίστηκε στις σπουδαιότερες σκηνές του κόσμου και διετέλεσε διευθυντής του μπαλέτου της Λυρικής, έφυγε στα 82 του.

Ο χορός στην Ελλάδα τού οφείλει πολλά. Ο Λεωνίδας Ντε Πιαν, μία από τις χαρισματικές προσωπικότητες, εκείνες που σημάδεψαν την τέχνη τους και την εποχή τους, κηδεύτηκε χθες στο Α' Νεκροταφείο με δαπάνη του υπουργείου Πολιτισμού. Χορευτής και χορογράφος, «μπαλαρίνος», όπως προτιμούσε να αποκαλεί εαυτόν.

Μπορεί να κέρδισε το κοινό σε όλο τον κόσμο με τις πιρουέτες του, μπορεί να χορογράφησε τα μεγαλύτερα έργα για μπαλέτο, ωστόσο ο ίδιος λάτρευε τη διδασκαλία και τους μαθητές του, οι οποίοι υπήρξαν πολλοί -το σύνολο των Ελλήνων χορευτών μαθήτευσε κοντά του- μέσα σε, περίπου, τρεις δεκαετίες.

Ανθρωπος ζωντανός, με πνεύμα, με χιούμορ, «περήφανος, ακούραστος, γενναιόδωρος, ανεξάντλητος με... τις απίστευτες ιστορίες σου να σκορπίζεις χαρά, γέλιο, γνώση, φως! Με έμφυτη μουσικότητα, με πνεύμα οξύ και αισιόδοξο, με αυτοσαρκασμό και χάρη! Χαριτωμένος δάσκαλος, πολύτιμος, γοητευτικός! Ενα μεγάλο αγόρι...», όπως σημειώνει η διευθύντρια της σχολής μπαλέτου της «Εθνικής Λυρικής Σκηνής», Ντένυ Ευθυμίου στη μνήμη του.


«Δον Κιχώτης» και «Λίμνη των Κύκνων» ήταν μεταξύ των έργων που χορογράφησε ο Λεωνίδας Ντε Πιάν


Ο Λεωνίδας Ντε Πιαν γεννήθηκε στην Αθήνα από πατέρα Ιταλό και μητέρα Ελληνίδα. Το 1947 έφυγε για να σπουδάσει στο Βασιλικό Μπαλέτο του Λονδίνου.

Υπήρξε αριστούχος της «Βασιλικής Ακαδημίας Χορού». Αργότερα, στο Παρίσι, σπούδασε με τη μεγάλη χορεύτρια της τσαρικής Ρωσίας Ολγα Πρεομπραζένσκα και τους Σ. Λιφάρ, Τ. Καρσάβινα, Α. Ντολίν, Β. Ιντζικόφσκι, Μπ. Νιζίνσκα, Α. Βολινίν.

Επί 20 χρόνια χόρεψε και χορογράφησε στα Μεγάλα Μπαλέτα του Μαρκήσιου ντε Κουέβας, στο Αμέρικαν Μπαλέ Θίατερ και στα Μπαλέτα της Γαλλίας. Ετσι του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πέντε φορές τον γύρο του κόσμου και να εμφανιστεί στα πιο φημισμένα θέατρα: Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης, Σαν Κάρλο της Νάπολης, Μπέγιας Αρτες του Μεξικού, Κολόν του Μπουένος Αϊρες, Κρατική Οπερα του Βερολίνου, Champs-Ιlysιes του Παρισιού. Εχει χορέψει όλο το κλασικό ρεπερτόριο: Ζιζέλ, Λίμνη των κύκνων, Καρυοθραύστη, Συλφίδες, Δον Κιχώτη και έργα των σύγχρονων χορογράφων Ζ. Μπαλανσίν, Τζ. Ρόμπινς, Ρ. Πετί, Μπ. Νιζίνσκα.

Ο Σερζ Λιφάρ και ο Ζορζ Σκιμπίν χορογράφησαν έργα ειδικά γι αυτόν.

Εχει ιδρύσει το «Κέντρο Κλασικού Μπαλέτου Κάμερ Ντε Πιαν» και το «Μπαλέτο Αθηνών». Την περίοδο 1994-1999 διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπαλέτου της Λυρικής Σκηνής, με το οποίο ανέβασε τα έργα «Δον Κιχώτης» στο Ηρώδειο (1996), «Σεμπάστιαν» και «Κουρσάρος» που σημείωσαν ιδιαίτερη καλλιτεχνική επιτυχία.

Μεταξύ των τελευταίων χορογραφιών του ήταν η «Ζιζέλ» (2001) και η «Λίμνη των Κύκνων» (2006) που αποτέλεσε και το «κύκνειο άσμα» του στο «Μέγαρο Μουσικής Αθηνών». Είχε γράψει δύο αυτοβιογραφικά βιβλία, τις «Εξήντα αυλαίες» (εκδόσεις «Ωκεανίδα», 1989) και το «Εμένα κοιτάνε» (εκδόσεις «Καστανιώτης», 1997).

Διετέλεσε μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής της ΕΛΣ, του ΚΘΒΕ και του Δήμου Καλαμάτας, μέλος του ΔΣ του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Αθηναίων, μέλος εξεταστικής επιτροπής διεθνούς διαγωνισμού Βάρνας (Βουλγαρία).

http://www.ethnos.gr

Ευγένιος Σπαθάρης(2 Ιανουαρίου 1924 - 9 Μαΐου 2009)








"Θα έπρεπε να φτιάξουν ένα άγαλμα του Καραγκιόζη. Όλη η Ελλάδα θεατρίστηκε μαζί του. Οι άνθρωποι με αυτόν έμαθαν να γελούν και να ονειρεύονται" έλεγε ο Ευγένιος Σπαθάρης.


Γεννήθηκε στην Κηφισιά στις 2 Ιανουαρίου 1924. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και ιδιαίτερα με τους ήρωες του θεάτρου σκιών, από τους πρωτοπόρους του οποίου ήταν ο πατέρας του, ο οποίος απεβίωσε το 1974. Το γεγονός αυτό τον εξοικείωσε με το καλλιτεχνικό αυτό είδος και ξεκίνησε να δίνει ο ίδιος παραστάσεις, αρχικά στη διάρκεια της κατοχής, σε θέατρα της Αθήνας, σε πρεσβείες, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη κ.α..

Από τότε, έδωσε πληθώρα παραστάσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες του εξωτερικού, συμμετέχοντας σε διεθνή φεστιβάλ και συνέδρια ειδικά για το θέατρο σκιών. Παρουσίασε πολλά έργα με ήρωα τον Καραγκιόζη, τόσο ως άψυχο υλικό (φιγούρες ηρώων), όσο και σε έμψυχη (ζωντανή) παράσταση με ηθοποιούς, στο Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος, στο «Ελληνικό Χορόδραμα», στο Θέατρο Χατζώκου (Θεσσαλονίκη), στο Θέατρο Συντεχνίας κ.α. με τις παραστάσεις «Το ταξίδι», «Το καταραμένο φίδι», «Ο δικτάτορας», «Ο Αλέκος με τα κυδώνια» κ.ά.


Το 1950 ο Ευγένιος πραγματοποιεί την πρώτη του συμμετοχή σε κινηματογραφική ταινία, στο Πικρό Ψωμί του Γρηγόρη Γρηγορίου. Έπαιξε έργα του στην κρατική τηλεόραση από το 1966 μέχρι το 1992[2]. Κάποια από τα έργα του αυτά κυκλοφορούσαν μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '90 σε βιντεοκασέτες, ενώ τις ημέρες του θανάτου του ξεκίνησε συμπτωματικά η κυκλοφορία τους σε DVD.


Το 1970 κυκλοφόρησε 13 εικονογραφημένα τεύχη (των 2 δρχ. έκαστο) με μαυρόασπρες φιγούρες και έγχρωμο εξώφυλλο. Ενώ το 1979 παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Νεφέλη το επιτυχημένο βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης των Σπαθάρηδων» με εφτά έργα και εφτά περιλήψεις (τα τέσσερα δικά του και τα τρία του πατέρα του Σωτήρη). Από το 1962 κυκλοφόρησαν 10 έργα του σε δίσκους 45 στροφών από την His Master's Voice, ενώ ακολούθησαν άλλοι 2 δίσκοι 33 στροφών από τη Μinos-EMI αρχές της δεκαετίας του '80, και άλλες έξι παραστάσεις σε 6 αντίστοιχα CD από τη Legend το 2002.



Διακρίσεις

Ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, του Ινστιτούτου Παγκοσμίου Θεάτρου (της ΟΥΝΕΣΚΟ). Έκανε περιοδείες σε πολλές χώρες λαμβάνοντας μέρος σε διάφορα φεστιβάλ και συνέδρια όπως: Παρίσι, Λιέγη, Ρώμη, Κάιρο, Λονδίνο, Κοπεγχάγη. Αλλά και ως ζωγράφος έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις ατομικές και ομαδικές στην Αθήνα, Ζυρίχη, Παρίσι και Νέα Υόρκη.

Τιμήθηκε με το Βραβείο Ρώμης (1962), με το Α' Μετάλλιο του Πρίγκιπα του Μοντ, το Α' Βραβείο Πολωνίας (1978), το Α' Μετάλλιο Τοσκανίνι (Ιταλία) το 1978 κ.α. Τέλος, το 2007 τιμήθηκε ιδιαίτερα από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού για τη μεγάλη του προσφορά στο καλλιτεχνικό αυτό είδος, για το οποίο του αναγνωρίστηκε ο τίτλος του μεγάλου δασκάλου.


Το 1962 ο ηχογραφεί όλες τις κλασσικές παραστάσεις του Καραγκιόζη στην Κολούμπια και έτσι κυκλοφορούν οι πρώτοι δίσκοι του. Χαρακτηριστικό είναι πως στην Κολούμπια συνάντησε μερικούς από τους μεγάλους τραγουδιστές της εποχής, ανάμεσά τους και τον Μπιθικώτση, ο οποίος 17χρονών περίπου, τραγούδησε πίσω από τον μπερντέ.

Το 1966 δημιουργείται ο "Πειραματικός Σταθμός Τηλεόρασης" και ξεκινά με τον Καραγκιόζη του Σπαθάρη. «Ακούσατε, ακούσατε...", η χαρακτηριστική φωνή του λαϊκού ήρωα συντροφεύει, μικρούς και μεγάλους, από τη μικρή οθόνη, έως το 1992.

Από τις κυριότερες συνεργασίες ήταν τα τραγούδια "Εμένα φίλε με λένε Καραγκιόζη" (στίχοι Ν. Γκάτσου - μουσική Σ. Ξαρχάκου), το τραγούδι "Για την Ελλάδα ρε γαμώτο" του Στέλιου Φωτιάδη και "Η εκδίκηση του Καραγκιόζη" του συγκροτήματος "Modern Fears".


Ο Διάκος, ο Κολοκοτρώνης, ο Κατσαντώνης έγιναν οι πρωταγωνιστές του στα χρόνια της Κατοχής σε έργα ηρωϊκά, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγηθεί στην Κομαντατούρ. Είναι χαρακτηριστικό πως για να τον αφήσουν, αναγκάστηκε να δώσει δυο παραστάσεις για τον Φρούραρχο.

Τις φιγούρες τις έφτιαχνε μόνος του, από χαρτόνι κούτας και μπακαλόχαρτο. Πίσω από το πανί είχε μαζί του ένα ή δύο βοηθούς που βαστούσαν τις φιγούρες, τον τραγουδιστή που γνώριζε όλα τα τραγούδια της υπαίθρου, τα παραδοσιακά και το "τουρκάκι" , τον τραγουδιστή δηλαδή που γνώριζε τους αμανέδες και τα τούρκικα.


Το 1991 ιδρύθηκε το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο λειτουργεί συστηματικά από το 1996, με στόχο την προβολή του θεάτρου σκιών και του καραγκιόζη.

Θάνατος

Στις 6 Μαΐου του 2009 και ενώ βρισκόταν στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών για να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από σκάλες, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλά κατάγματα και να δημιουργηθεί σοβαρό αιμάτωμα στον εγκέφαλο, με την κατάστασή του να χαρακτηρίζεται κρίσιμη.Τελικά, στις 9 Μαΐου, ύστερα από τρεις ημέρες νοσηλείας απεβίωσε, σε ηλικία 85 ετών. Η σορός του εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών και η κηδεία έγινε στις 13 Μαΐου του 2009, στο Μαρούσι, με δημόσια δαπάνη.

Ο Σπαθάρης και οι απλήρωτες κηδείες

Αδαµοπούλου

Οι εκλογές φαίνεται πως άφησαν απλήρωτα τα έξοδα κηδείας της «φωνής» του ελληνικού θεάτρου σκιών που πέθανε στις 9 Μαΐου πέρυσι
Τάξη στις απλήρωτες κηδείες που είχε αφήσει πίσω της η προηγούµενη κυβέρνηση επιχείρησε να βάλει το υπουργείο Πολιτισµού και Τουρισµού. Και ενώ έβαλε το χέρι στην τσέπη και πλήρωσε τα χρέη που είχαν «ξεχαστεί» για όσες κηδείες είχαν τελεστεί «δαπάνη του υπουργείου Πολιτισµού», µυστήριο καλύπτει το τι έγινε µε την κηδεία του Ευγένιου Σπαθάρη, καθώς έναν χρόνο µετά ο εργολάβος δεν έχει πληρωθεί, ενώ το ΥΠΠΟΤ υποστηρίζει πως δεν έχει καν στα χέρια του τα δικαιολογητικά.


«Με έκπληξη πληροφορήθηκα πρόσφατα από τον εργολάβο κηδειών που είχε αναλάβει την κηδεία του Ευγένιου Σπαθάρη πως ακόµη δεν έχει πληρωθεί», λέει στα «ΝΕΑ» ο δήµαρχος Αµαρουσίου, Γιώργος Πατούλης, καθώς ο Ευγένιος Σπαθάρης εκεί ζούσε, εκεί ετάφη και στην περιοχή βρίσκεται το µουσείο του. «Είχαµε καταθέσει εγκαίρως όλα τα δικαιολογητικά από τις 28 Μαΐου 2009, αλλά την 1η Οκτωβρίου µάς ενηµέρωσαν πως έλειπαν ορισµένα, τα οποία και αποστείλαµε.

Εκτοτε δεν είχαµε καµία ενηµέρωση, ενώ ο εργολάβος όταν ρώτησε στο ΥΠΠΟΤ τού απάντησαν πως ο φάκελος έχει µπει στο αρχείο.
Πιστεύω πως ο υπουργός δεν γνωρίζει την υπόθεση και πως το ζήτηµα είναι υπηρεσιακό. Αν δεν προτίθενται όµως να δώσουν τα χρήµατα, ας το δηλώσουν να καλύψω µε δηµοτική δαπάνη τα έξοδα κηδείας, ώστε να µη σέρνεται το όνοµα του Σπαθάρη», καταλήγει. Θύµα των εκλογών φαίνεται πως έπεσε σύµφωνα µε πηγές του ΥΠΠΟΤ ο άνθρωπος του οποίου η µορφή είχε ταυτιστεί µε το ελληνικό θέατρο σκιών και η τραχιά φωνή του µε εκείνη του Καραγκιόζη, καθώς τα τιµολόγια από την κηδεία του δεν έχουν εντοπιστεί.


«Φαίνεται πως τα επιπλέον δικαιολογητικά έφτασαν πάνω στην αλλαγή ηγεσίας, και καθώς δεν ήταν συγκεντρωµένα σε έναν φάκελο είναι πιθανόν να χάθηκαν», υποστηρίζουν πηγές του ΥΠΠΟΤ. «Δεν υπάρχει καµία πρόθεση να µην πληρωθεί η κηδεία του Ευγένιου Σπαθάρη. Ενδεικτικό άλλωστε των προθέσεων του υπουργείου είναι πως πληρώθηκαν και οι πέντε κηδείες που χρωστούσε η προηγούµενη κυβέρνηση: της Βέρας Ζαβιτσιάνου, του Λεωνίδα Ντεπιάν, του Σταύρου Παράβα, του Σταύρου Ξενίδη και της Σπεράντζας Βρανά».

http://digital.tanea.gr

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Μανόλης Ανδρόνικος: Μια μορφή μέσα στον χρόνο (Προύσα τον Οκτώβριο του 1919-30 Μαρτίου 1992)




Ο Mανόλης Aνδρόνικος του Λεωνίδα, Έλληνας Αρχαιολόγος, γεννήθηκε στην Προύσα τον Οκτώβριο του 1919. Αργότερα με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη.

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, με πολύ καλές επιδόσεις. Αργότερα έγινε καθηγητής Kλασικής Aρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το 1952. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Οξφόρδη με τον Sir John D. Beazley (1954-1955). Υπηρέτησε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το 1957 εξελέγη υφηγητής της Αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), το 1961 έκτακτος καθηγητής της Β' έδρας Αρχαιολογίας και το 1964 τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα.

Παντρεμένος με την Ολυμπία Kακουλίδου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις τέχνες και τα γράμματα. Διάβαζε πολύ και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του σύλλογου «Η τέχνη». Aγαπούσε τον Παλαμά, το Σεφέρη και τον Eλύτη.

Πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες στην Βέροια, την Νάουσα, το Κιλκίς, την Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο συγκεντρώθηκε στην Βεργίνα, όπου ανέσκαψε το σημαντικότατο νεκροταφείο τύμβων των γεωμετρικών χρόνων και συνέχισε σε συνεργασία με τον Γ. Μπακαλάκη την ανασκαφή του ελληνιστικού ανακτόρου που είχε αρχίσει το 1937 ο Κ. Α. Ρωμαίος. Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του θεωρείται η 8η Νοεμβρίου 1977, όταν στην Βεργίνα έφερε στο φώς ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον βασιλικό τάφο του Φιλίππου του Β' βασιλιά της Μακεδονίας. Ο τάφος ήταν ασύλλητος με ανεκτίμητα ευρήματα. Αυτή ήταν και μία από τις μεγάλες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ου αιώνα σε παγκόσμιο επίπεδο.
[Επεξεργασία] Εργογραφία

Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο και μελέτες κυριότερα των οποίων είναι:

* Αρχαίαι επιγραφαί Βεροίας, (1951)
* Ο Πλάτων και η Τέχνη, (1952)
* Πλάτωνος Φίληβος, (1957)
* Toten Kult, (1968)
* Βεργίνα, Ι, Το νεκροταφείο των Τύμβων, (1969)
* Το ανάκτορο της Βεργίνας, (σε συνεργασία με άλλους) (1971)

Και επίσης πολλές δημοσιεύσεις με κυριότερες:

* Ελληνικά επιτάφια μνημεία, (1961 - 1962)
* Mycenean and Greek Writing, (1967)
* Sarissa, (1970) κ ά.

Υπήρξε μέλος του Αρχαιολογικού Συμβουλίου (1964-1965), της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Association Internationale des Critiques d' Art, καθώς και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου.

Έλαβε μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια. Προσκλήθηκε από Γερμανικά Πανεπιστήμια για διαλέξεις και σχεδόν απ΄ όλα της Ελλάδος. Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης (1968-1969). Μιλούσε εκτός της μητρικής του γλώσσας Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Ο Mανόλης Aνδρόνικος, μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης (επί της οδού Παπάφη) πέθανε στίς 30 Μαρτίου 1992.

Σημειώνεται ότι το όνομά του γράφεται συνήθως με ωμέγα (Μανώλης), ο ίδιος το έγραφε με όμικρον (Μανόλης), για το λόγο αυτό στο παρόν άρθρο χρησιμοποιείται η γραφή του όπως το προτιμούσε ο ίδιος.

Ηλίας Πετρόπουλος




Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις του Ηλία Πετρόπουλου φιλοξενήθηκε το 1992 σε περιοδικό των Σκοπίων. Μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες, ο συγγραφέας μιλάει για τη Θεσσαλονίκη, τη Μακεδονία και τον ελληνικό εθνικισμό.


Μόλις κυκλοφόρησε το περιοδικό, ο Πετρόπουλος μας έστειλε σε φωτοτυπία το δημοσίευμα και το δικό του κείμενο στα ελληνικά, «αποκλειστικά για την "Ε"». Φυσικά, ούτε λόγος τότε για να δημοσιευτεί αυτό το κείμενο σε ελληνική εφημερίδα. Του εξηγήσαμε τηλεφωνικά το πρόβλημα και αντιμετωπίσαμε την πικρή του συγκατάβαση.

Ανασύρουμε σήμερα από το αρχείο μας αυτή τη συνέντευξη και την παρουσιάζουμε, παρά το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό αναβιώνουν κάποια κρούσματα μακαρθισμού, παρόμοια μ' εκείνα που είχαμε ζήσει στις αρχές της δεκαετίας του '90.

Το χρωστάμε, άλλωστε, στον ίδιο τον Πετρόπουλο, που δεν δίστασε σε όλη του τη συγγραφική διαδρομή να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, όπως εκείνος τα αντιλαμβανόταν και χωρίς να υπολογίζει το προσωπικό κόστος.

Ποιο είναι το μυστικό της αυτοεξορίας σας;

«Η ελευθερία. Η ελευθερία να γράφεις χωρίς φοβίες και η ελευθερία να δημοσιεύεις χωρίς νομικές συνέπειες. Ανέκαθεν ήθελα να φύγω από την Ελλάδα για να μπορέσω να ανασάνω. Τελικώς, ξεκίνησα να φύγω την εποχή της Χούντας, αλλά δεν μου έδοσαν διαβατήριο. Κατάφερα να φύγω το 75. Ποτέ δεν ξαναγύρισα στην χώρα μου».

Το δοκίμιό σας για τη νοσταλγία και τη Θεσσαλονίκη ξεκινά με την εικόνα ελληνικής κατοχής της πόλης, το 1912. Ποιο είναι το περιεχόμενο των παιδικών σας αναμνήσεων;

«Η οικογένειά μας ανέβηκε "υποχρεωτικά" από την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη, αφού ο πατέρας μου (ένας ασήμαντος δημόσιος υπάλληλος) πήρε μετάθεση για την βόρεια Ελλάδα. Αυτό έγινε στις αρχές της δεκαετίας του '30.
Συνεπώς, εγκατασταθήκαμε τότε σε μια Θεσσαλονίκη που ήτανε, ακόμη, η μεγάλη πολυεθνική πόλη, όπου κυριαρχούσε το εβραϊκό στοιχείο.
Οι εβραίοι, οι έλληνες, οι αρβανίτες (τους λέγαμε: αρναούτηδες), οι σέρβοι, οι αρμένηδες, οι σλαβομακεδόνες, οι βούργαροι, οι ρουμανόβλαχοι, οι λαζοί (άλλοι ήσανε ελληνόφωνοι κι άλλοι τουρκόφωνοι), οι καραμαλήδες (ορθόδοξοι τουρκόφωνοι από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας), οι ντονμέδες (εξισλαμισθέντες εβραίοι), οι φραγκολεβαντίνοι. Ολες αυτές οι εθνότητες ζούσαν σε αρμονία. Στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν γκέτο. Οι εθνότητες ήσανε οργανωμένες με διάφορους τρόπους: γειτονιά, επάγγελμα, ενορία (γύρο σε μιαν εκκλησία, ή χάβρα, ή τζαμί).

Υπήρχε μια ιδιάζουσα κάθετη και οριζόντια κοινωνική διάταξη. Οι άνθρωποι γνωριζόντουσαν από τις εθνικές τους ενδυμασίες. Οι καβάσηδες ήσαν αρβανίτες, οι φουρνάρηδες ηπειρώτες, οι σέρβοι είχαν πολλά ζαχαροπλαστεία, οι αρμένηδες είχαν το μονοπώλιο του καφέ, οι πλανόδιοι γαλατάδες ήσαν βλάχοι... Βέβαια, θυμάμαι τα πρώτα μου παιδικά χρόνια στην Αθήνα, που στο σπίτι μας την θεωρούσαμε σαν αληθινή πατρίδα μας.

Εκείνη την μακρινή εποχή οι παλιοελλαδίτες αντιμετώπιζαν σαν αποικία την Βόρεια Ελλάδα. Αλλωστε, τους κάτοικους της Βόρειας Ελλάδας τους αποκαλούσαν "βούργαρους". Η σχετική παράδοση συνεχίζεται, μέχρι σήμερα, στα γήπεδα του φουτ-μπολ: κάθε φορά που μια ομάδα της Θεσσαλονίκης κατεβαίνει στην Αθήνα οι αθηναίοι θεατές ουρλιάζουν "έξω οι βούργαροι" και άλλα χειρότερα».

Μετά τη διαίρεση της Μακεδονίας αυτή η βαλκανική μητρόπολη μετατρέπεται σε επαρχιακή πόλη;

«Πράγματι, από την στιγμή που η Θεσσαλονίκη έχασε την βαλκανική της ενδοχώρα ξέπεσε οικτρά. Παράδειγμα: πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ήταν γεμάτο από ξένα πλοία. Μετά το 1925-1930 τα ξένα πλοία δεν είχανε κανένα λόγο να "πιάσουν" Θεσσαλονίκη. Υστερα από την απώλεια της βαλκανικής ενδοχώρας επακολούθησε κι ένα άλλο θανάσιμο πλήγμα: περίπου 40.000 εβραίοι εγκατέλειψαν για πάντα την Θεσσαλονίκη».

Πώς αποφασίσατε να στραφείτε στη λαογραφία;

«Οι λαογράφοι αρχίζουν να γράφουν πολύ αργά - συνήθως μετά τα πενήντα τους. Είχα την τύχη ν' αρχίσω το γράψιμο σχετικώς νωρίς. Δουλεύω πάντα πάνω σε θέματα που αγνοούν, ή περιφρονούν, οι πανεπιστημιακοί. Ετσι, δουλεύοντας ουσιαστικώς δίχως βιβλιογραφία, ανατρέχω πάντα στην μνήμη μου, που την χρησιμοποιώ σαν τράπεζα πληροφοριών. Είχα αρχίσει να μαζεύω παλιές φωτογραφίες από τα φοιτητικά μου χρόνια, γύρο στο '50. Ετσι, μου είναι σχετικά εύκολο να δημοσιεύω διάφορα βιβλία για τη Θεσσαλονίκη. Ομως, το πρόβλημα είναι αλλού: δεν μπορείς να γράψεις τις λεζάντες των φωτογραφιών αν δεν κατέχεις απόλυτα την τοπογραφία της Παλιάς Σαλονίκης - μια τοπογραφία που έχει εξαφανιστεί εδώ και τριάντα χρόνια».

Ποιοι είναι οι συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;

«Δεν νομίζω ότι έχω δεχθεί συγκεκριμένες επιρροές από συγκεκριμένους συγγραφείς. Ο θεωρητικός οπλισμός μου και η ποιητική μου παιδεία βασίζεται κυρίως στην ελληνική και νεοελληνική γραμματολογία. Η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά. Δουλεύω με αυτή τη γλώσσα. Για να μάθω καλά ελληνικά έπρεπε να μελετήσω προσεκτικά πώς μιλάει ο λαός μας και έπρεπε να διαβάσω τους έλληνες ποιητές και πεζογράφους. Από τους παλιούς αγαπώ τον Καβάφη, τον Κάλβο, τον Καρυωτάκη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Βιζυηνό. Δεν μου αρέσει καθόλου μήτε ο Καζαντζάκης, μήτε ο Ρίτσος. Προτιμώ άλλους: τον Αναγνωστάκη, τον Καρούζο, τον Εμπειρίκο, τον Γονατά, τον Ελύτη...»

Και από τους ευρωπαίους;

«Απεχθάνομαι το περιβόητο esprit francais. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι γάλλοι συγγραφείς που αγαπώ. Και πριν απ' όλους τον Σταντάλ. Θαυμάζω τους ρώσους κλασικούς, την αμερικάνικη λογοτεχνία εν γένει, καθώς και την αγγλική, τους μεγάλους ιταλούς συγγραφείς, ορισμένους σκανδιναβούς (τον Κνουτ Χάμσουν, τον Στρίνμπεργκ), ορισμένους γερμανούς (λέω "ορισμένους" γιατί λόγου-χάρη ο Τουχόλσκι με εντυπωσιάζει περισσότερο από τον Μπρεχτ)».

Μια από τις πιο τραγικές περιόδους της Ελλάδας είναι η περίοδος του εμφυλίου πολέμου (1946-49). Οι αναμνήσεις σας από εκείνη την περίοδο;

«Ωχ! Το 1990 εδημοσίευσα το βιβλιαράκι "Πτώματα, πτώματα, πτώματα", όπου μιλάω για την γερμανική Κατοχή (1941-1944) και για τον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949). Νομίζω ότι, η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα είχανε τα πιο ισχυρά κομουνιστικά κόμματα της πολεμικής περιόδου. Το ελληνικό κομουνιστικό κίνημα πνίγηκε στο αίμα. Ομως, η χειρότερη περίοδος που περάσαμε, εμείς οι αριστεροί, ήταν η κρυπτοδικτατορία του Καραμαλή (1955-1963) - κι όχι ο Εμφύλιος Πόλεμος, ή η δικτατορία της Χούντας...»

Γνωρίζετε το γεγονός ότι περίπου 28 χιλιάδες παιδιά μετά τον εμφύλιο πόλεμο είχαν διασκορπιστεί ως πρόσφυγες σ' όλο τον κόσμο;

«Το ξέρω πολύ καλά. Αλλά αυτά τα αρπαγμένα παιδιά δεν καταγόντουσαν μόνο από την Μακεδονία. Και ήσανε στην πλειοψηφία τους ελληνόπουλα από διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Και το σπουδαιότερο: η ελληνική φασιστική Δεξιά (υπό την προστασία της βασίλισσας Φρειδερίκης) άρπαξε χιλιάδες άλλα παιδιά και τάκλεισε σε σχολεία-φυλακές που υπήρχαν σ' όλη την Ελλάδα, από την Θεσσαλονίκη ως την Ρόδο».

Πώς εκτιμάτε την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και του στρατηγού Μάρκου, ο οποίος πρόσφατα αναπαύθηκε;

«Δεν μπορείς να απαντήσεις σε δυο-τρεις αράδες πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα. Σήμερα ξέρουμε, πια, ότι ο Στάλιν είχε εγκαταλείψει τους έλληνες αντάρτες, και, ότι, επίσης, ο Τίτο είχε πάψει να ενισχύει τον Δημοκρατικό Στρατό, και, επιπλέον, το καλοκαίρι του '49 είχε αφήσει τον ελληνικό στρατό να μπει στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας και να χτυπήσει πισώπλατα τους αντάρτες. Ο Μάρκος στην κατοχή και στον Εμφύλιο Πόλεμο έπαιξε έναν καλό ρόλο. Ομως, ούτε αυτός κατάφερε να αποτρέψει τους κομουνιστές από την μέθοδο των πολιτικών δολοφονιών».

Εσείς αντιδράσατε γράφοντας ενάντια στον επίσημο ελληνικό σοβινισμό. Πώς ερμηνεύετε την εμφάνισή του;

«Πιστεύω ότι ο ρατσισμός είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και ότι είναι αδύνατον να τον ξεριζώσουμε. Και ακριβώς γιαυτό, απαιτείται ένας συνεχής και έντονος αγώνας εναντίον του ρατσισμού, που, ως γνωστόν, εμφανίζεται με πολλές μορφές. Ο νεοελληνικός ρατσισμός οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, στην παιδεία μας που οδηγεί τα ελληνόπουλα στην παρανοϊκή αντιμετώπιση της βαλκανικής πραγματικότητας. Νομίζω ότι, το καλύτερο αντίδοτο κατά του ρατσισμού είναι η βαθιά γνωριμία μεταξύ των λαών.

Οσο για τους τάφους των βογομίλων της Βεύης, τους είδα με τα μάτια μου και τους εδημοσίευσα και στην Αθήνα και στο Παρίσι. Εννοείται πως η Μελίνα Μερκούρη δεν απάντησε ποτέ ούτε στην επίσημη επιστολή μου, ούτε στα άρθρα μου. Ετσι, η ψευτοσοσιαλίστρια υπουργίνα "απόδειξε" πως οι σλάβοι δεν πατήσανε ποτέ το "ιερόν έδαφος" της Ελλάδας!»

Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας από την περίοδο της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα;

«Η δικτατορία των συνταγματαρχών ήτο περισσότερο γελοία, παρά σκληρή. Ναι, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις βασανισμού. Αλλά, όταν ο Καραμαλής ήταν πρωθυπουργός είχαμε πολύ περισσότερους βασανισμούς. Με την μικρή διαφορά ότι, τότε, εβασάνιζαν τους κομουνιστές, ενώ ο Παπαδόπουλος "απετόλμησε" να βασανίζει πολίτες "πρώτης κατηγορίας" που ανήκαν στο Κέντρο, ή και στην Δεξιά. Αυτοί οι μπουρζουάδες, όταν βρέθηκαν στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, ανακάλυψαν κα-τά-πλη-κτοι ότι η Αστυνομία είχε το "δικαίωμα" να βασανίζει, χρησιμοποιώντας επί τούτω ειδικευμένο προσωπικό, εργαλεία κτλ. Σήμερα στην Ελλάδα επανήλθαμε στα παλιά κλασικά βασανιστήρια. Ποτέ μου δεν επίστεψα στην αφέλεια των μπουρζουάδων».

Η διένεξη μεταξύ του ορθόδοξου κλήρου και των περισσότερων Ελλήνων καλλιτεχνών είναι παρούσα στον 20ό αιώνα-τα παραδείγματα με τον Καζαντζάκη, η τελευταία ταινία του Αγγελόπουλου... Ποια είναι η προσωπική σας εμπειρία από αυτό το χώρο;

«Είμαι άθεος. Σιχαίνομαι τους παπάδες. Αυτομάτως είμαι στο πλευρό του σκηνοθέτη Αγγελόπουλου (καθώς, βεβαίως, και της Λιάππα), που προσπαθούν να τους τρομοκρατήσουν κάποιοι μητροπολίτες και κάποια τσογλάνια της Νέο-ορθοδοξίας. Η διένεξη του Καζαντζάκη με την Εκκλησία δεν είχε πολύ μεγάλη σημασία.

Ο Καζαντζάκης δεν υπήρξε επαναστάτης. Στον τάφο του βλέπεις έναν πανύψηλο σταυρό. Πολύ σημαντικότερες ήσανε οι περιπτώσεις του Ροΐδη και του Λασκαράτου, που τους αφόρισε η Εκκλησία. Ο Ροΐδης είναι, πιθανότατα, ο σπουδαιότερος Ελληνας πεζογράφος. Και ο πιο καλλιεργημένος».

Σήμερα είμαστε μάρτυρες μιας μαζικής εκδήλωσης σοβινισμού με τη διοργάνωση του συλλαλητηρίου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο στρέφεται ενάντια στη διεθνή αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, μιας πρώην γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας. Πώς βλέπετε αυτό το πρόβλημα;

«Η μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης (η οργανωμένη από ΟΛΑ τα κόμματα!!!) ήταν μια σχιζοφρενική και επικίνδυνη εκδήλωση. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης δεν ξέρουν (ή παριστάνουν πως δεν ξέρουν) τι είναι οι σλαβομακεδόνες και ποιούς λέγαμε σλαβομακεδόνες. Η μάφια των πουλημένων καθηγητών των πανεπιστημίων έπραξε το παν για να αποδείξει την "ελληνικότητα" της Μακεδονίας, ενώ συχνά οι καθηγητές δεν είναι σε θέση να αποδείξουν την "ελληνικότητα" του εαυτού τους.

Αυτό ισχύει για τον Καραμαλή που μιλάει απαίσια την γλώσσα μας (νομίζω ότι η μάνα του μίλαγε βουργάρικα και ο πατέρας του τούρκικα), για τον αρχαιολόγο Μανόλη Ανδρονίκογλου (ή κάπως έτσι...) και για όλους τους όψιμους "έλληνες", που, από κόμπλεξ μειονεξίας, παριστάνουν τους σούπερ-πατριώτες».

Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής από την αρχή αυτού του έτους γράφει επιστολές προς τους ευρωπαίους εταίρους του για να στρέψει την προσοχή τους προς το ζήτημα της Μακεδονίας, όπου και ο ίδιος έχει γεννηθεί. Η Ευρώπη θα τον ακούσει ή όχι;

«Στην Ευρώπη δεν μετράει η υπογραφή του Καραμαλή. Η Ευρώπη περνάει μιαν οδυνηρή μεταβατική περίοδο, όπου, αναγκαστικώς, έχει εμπλακεί και το βαλκανικό πρόβλημα. Η Ελλάδα, μη διαθέτοντας μιαν εθνική στρατηγική, προσπαθεί να αντιδράσει με σπασμωδικά διπλωματικά μέσα. Νομίζω ότι, η Ελλάδα έχει χάσει το παιχνίδι εκ των προτέρων. Αυτό που προέχει στην ευρύτερη περιοχή Βαλκάνια/Μαύρη Θάλασσα/Κασπία είναι η Τουρκία, που, ολοταχώς, αποβαίνει μια μεγάλη δύναμη.

Οι έλληνες πολιτικάντηδες αδυνατούν να στοχαστούν πάνω στις νέες προοπτικές και, υπακούοντας σε μια τιποτένια δημαγωγική τακτική, αφήνονται στην γοητεία του εθνικισμού και του ρατσισμού. Η ελληνική κυβέρνηση έχει, ήδη, συναντήσει το νέο κράτος της Μακεδονίας σε αρκετές διεθνείς συμβάσεις, αλλά τώρα ήρθε η ώρα να αρνηθεί αυτό το κράτος. Η ελληνική κυβέρνηση είναι εξίσου τυφλή και στα εξωτερικά και στα εσωτερικά θέματα. Θέλω να πω ότι, ίσως δεν είμαστε πολύ μακριά από την μέρα που οι κρητικοί θα απαιτήσουν την ανεξαρτησία της Κρήτης».

Τι σημαίνει για σας η Μακεδονία;

«Οι κούρδοι γυρίζουν, εκεί, ανάμεσα Αρμενία και Μεσοποταμία, πολύ πριν από την εποχή του Ξενοφώντα. Οι κούρδοι δεν κατάφεραν να αποχτήσουν δικό τους σπίτι. Ομως, οι μακεδόνες της πρώην Γιουγκοσλαβίας μπόρεσαν να χτίσουν την δικιά τους ανεξάρτητη Μακεδονία. Οι νεοέλληνες φρονούν πως είναι κληρονόμοι της αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου και ότι μπορούν να διεκδικούν μονοπωλιακώς την λέξη "Μακεδονία". Επίσης, οι νεοέλληνες επιμένουν να ονομάζουν την Ισταμπούλ: 'Κωνσταντινούπολη'. Οι συμπατριώτες μου θα αναγκαστούν να πιούν πολλά πικρά ποτήρια».

ο ΙΟΣ | δημοσίευση στην κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ(26 Ιουνίου 1924 - 4 Φεβρουαρίου 2010)




Ο παράνομος στοχαστής

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ: Ο Κώστας Αξελός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924, σε αστική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και η μητέρα του ανήκε στην παλιά αθηναϊκή οικογένεια Ξηροταγάρου. Το ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία εκδηλώθηκε πολύ νωρίς, στην εφηβεία. «Ορισμένα διαβάσματα λογοτεχνικά, δεν θα αναφέρω πολλά ονόματα, θα αναφέρω μόνο τα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι, ορισμένα διαβάσματα κειμένων, του Νίτσε ιδίως, όσο μπορεί να τα καταλάβει ένας έφηβος, ορισμένα μαθήματα στο γυμνάσιο, με οδήγησαν να καταλάβω ότι υπάρχει μια διάσταση της σκέψης, της αρθρωμένης σκέψης, που καλείται εδώ και 2.500 χρόνια φιλοσοφία.

Και μετά άρχισα να σπουδάζω συστηματικά τη φιλοσοφία, και μετά την δίδαξα επί σειρά χρόνων στη Σορβόννη, και συγχρόνως έγραφα, γιατί φιλοσοφία είναι κάτι που λέγεται και γράφεται, γίνεται μέσα από τον διάλογο και τη γραφή και την επικοινωνία με τον αναγνώστη», είχε πει το 1990 σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Περίπλους». Προτού φθάσει όμως στη Γαλλία ο Αξελός πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Διαγράφτηκε από το κόμμα το 1945 και καταδικάστηκε εις θάνατον ερήμην από κάποιο δικαστήριο δεξιάς κυβέρνησης.

Το 1945 έφυγε για το Παρίσι με τις περίφημες υποτροφίες του γαλλικού κράτους. Είχε φύγει τότε όλο το άνθος της ελληνικής διανόησης, ανάμεσά τους ο Καστοριάδης, ο Σβορώνος, ο Κανδύλης, ο Κύρου, η Μιμίκα Κρανάκη, ο Κώστας Κουλεντιανός κ.ά. Στη Γαλλία εργάστηκε από το 1950 ως το 1957 στο Εθνικό Κέντρο Ερευνας, όπου επεξεργάστηκε τις διατριβές του.

Το 1959 υπεστήριξε στη Σορβόννη τις διατριβές «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία» και «Ο Μαρξ στοχαστής της τεχνικής», που αποτελούν τους δύο τόμους της τριλογίας «Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης». Από το 1962 ως το 1973 δίδαξε στη Σορβόννη αλλά δεν έγινε ποτέ καθηγητής, θεωρώντας ότι «το πανεπιστήμιο δεν είναι ο χώρος της ριζικής σκέψης». Γενικά η ζωή του κινήθηκε στον ιδιωτικό χώρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παίρνει θέση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου.

Μια από τις ελάχιστες δημόσιες δραστηριότητές του ήταν η σχέση του με το περιοδικό «Arguments» («Επιχειρήματα») και η διεύθυνση, από το 1960, της ομώνυμης σειράς στις Εκδόσεις του Μεσονυκτίου. Η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορία, η οικονομία, η πολιτική, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η γλώσσα και οι τέχνες βρήκαν «καταφύγιο» στη σειρά αυτή.

ΕΡΓΟ: Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι το πρώτο βιβλίο του Αξελού κυκλοφόρησε πολύ νωρίς, το 1952 και μάλιστα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαζήση. Ηταν «Οι φιλοσοφικές Δοκιμές». Το έργο του όμως αποτυπώνεται στις τρεις τριλογίες «Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης», «Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού», «Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης». Μείζονα έργα που ακολούθησαν ήταν η Ανοιχτή Συστηματική (1984), για την ενότητα του κόσμου, και οι Μεταμορφώσεις (1991), για τις μεταμορφώσεις του κόσμου.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ: Οσοι τον γνωρίζουν μιλούν για έναν άνθρωπο ελεύθερο και μοναχικό, με μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δίνεται στον άλλον, με έναν τρόπο ερωτικό και ταυτόχρονα ανοιχτό. Πολλές απόψεις του έχουν καταγραφεί σε συζητήσεις και σε συνεντεύξεις. Πάντοτε όμως υπάρχει μια ένσταση για τους εμπειρικούς συνομιλητές του και έτσι δεν διστάζει να κάνει με τον εαυτό του συζητήσεις φανταστικές, θέτοντας σε δοκιμασία και δοκιμή το ίδιο του το έργο.

Στις 5 Μαρτίου 1992 ο Κώστας Αξελός ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου και ολοκλήρωσε την απάντησή του στη laudatio του καθηγητή Γιάγκου Ανδρεάδη με ένα ανέκδοτο:

«Κάποτε ο Βούδας, που στεκόταν ο ίδιος πέρα από το θεϊκό και το ανθρώπινο, έκανε μια ομιλία στους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί γύρω του. Μια ομιλία και όχι διάλεξη, γιατί ευτυχώς εκείνη την εποχή δεν δίνονταν διαλέξεις. Αμα τελείωσε την ομιλία του, ένας ακροατής σηκώθηκε και του είπε: Μας μιλάς αφ' υψηλού, είσαι ένας ταχυδακτυλουργός των λόγων, είσαι αινιγματικός, σκοτεινός, τυχοδιώκτης και απατεώνας, όλα αυτά που μας λες είναι δυσνόητα, δεν είναι αληθινά, δεν δίνεις απάντηση σε τίποτε, μας κοροϊδεύεις. Και ο Βούδας του απάντησε ήρεμα: Ναι, έχεις κι εσύ δίκιο, παιδί μου, κι εσύ είσαι Βούδας.

Και ο «πεφωτισμένος λυτρωτής» πρόσθεσε πιο χαμηλόφωνα και με ένα συγκρατημένο και σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο: Και ο Βούδας είναι μάταιος, όπως και η ζωή και οι αλυσιδωτές αναγεννήσεις - μετενσαρκώσεις ή μετεμψυχώσεις της, που πέρα από κάθε επιθυμία μπορούν να βρουν το οριστικό τους τέλος».

Σε αυτή τη στοχαστική αποστροφή μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη συνθήκη του Κώστα Αξελού, ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του φιλόσοφο αλλά στοχαστή, και μάλιστα στοχαστή παράνομο, «έξω από όλα τα κυκλώματα ή τα αντικυκλώματα, που δεν προσπαθεί να ιδρύσει σχολές και να έχει οπαδούς».

Αλλωστε στην αναγγελία του βιβλίου του Ανοιχτή Συστηματική (πρώτη έκδοση 1984) είχε δηλώσει: «Δεν επιδιώκουμε να προσφέρουμε ένα σύστημα του κόσμου ή της σκέψης ­ όπου κόσμος και σκέψη παραμένουν το καθένα τους λίγο πολύ ξεχωριστό και κλειστό ­ αλλά να επεξεργαστούμε μια ανοιχτή συστηματική που προσπαθεί να φέρει ως τη γλώσσα και να σκεφτεί το άνοιγμα και τα ανοίγματα του κόσμου, αδιαχώριστα από το άνοιγμα και τα ανοίγματα του χρόνου».

* Το τέλος
της φιλοσοφίας

Μπορεί αυτός ο προσδιορισμός του παράνομου να μοιάζει αντιφατικός σε σχέση με τις δεκάδες των τιμητικών αναγνωρίσεων και διακρίσεων ή με τις θέσεις που κατά καιρούς είχε ο Αξελός σε επίσημους οργανισμούς παραγωγής έρευνας και ιδεών, όπως το Εθνικό Κέντρο Ερευνών της Γαλλίας ή το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Αλλά τελικά ο προσδιορισμός δεν έχει σχέση με τις όποιες «διοικητικές» αναγνωρίσεις αυτού που σκέφτεται. «Γιατί το υπόγειο ρεύμα που διαπερνάει αυτόν που προσπαθεί να σκεφθεί μένει ακριβώς παράνομο. Δεν γίνεται παραγωγικά αποδεκτό», διευκρινίζει ο Αξελός.

Γιατί όμως στοχαστής και όχι φιλόσοφος; Μήπως γιατί ζούμε το τέλος της φιλοσοφίας; Την απάντηση θα την βρούμε αν αναζητήσουμε τις ρίζες και την καταγωγή της δικής του στοχαστικής περιπέτειας και τις συνιστώσες του έργου του. Περισσότερο από τη φιλοσοφία, στο «εγχείρημα» του Αξελού κυριαρχεί η σκέψη. Ο ίδιος την χαρακτηρίζει «σύλληψη και έκφραση του αρθρωμένου όσο και αποσπασματικού και διασπασμένου Ολου, ως Ολον του κόσμου και των αποσπασμάτων του».

Αν η φιλοσοφία αρχίζει με τον Πλάτωνα στον 4ο αιώνα π.Χ. «ως ένας ιδεαλισμός που αναπτύσσεται με την ιδέα του λογικού αληθούς, την ιδέα του ηθικού αγαθού και την ιδέα του αισθητικού καλού» και ολοκληρώνει τις δυνατότητές της με τον Χέγκελ, στο Βερολίνο του 19ου αιώνα μ.Χ., η σκέψη προϋπάρχει της φιλοσοφίας και συνεχίζεται μετά από αυτή. Στην προφιλοσοφική σκέψη ανήκει βεβαίως ο Ηράκλειτος, ένας από τους πυλώνες του εγχειρήματος του Αξελού. Μετά τον Χέγκελ, οι μεγαλύτεροι στοχαστές είναι «μεταφιλόσοφοι».

«Ο μεταφιλόσοφος αναλαμβάνει όλη τη φιλοσοφική παράδοση και προσπαθεί να την ξεπεράσει προς την κατεύθυνση μιας σκέψης που δεν υπόκειται πια σε ένα ιδανικό και που προσπαθεί να τραντάζει τις μορφές της λογικής, της ηθικής και της αισθητικής», είχε πει ο Αξελός το 1971 στη διάρκεια μιας συζήτησής του με τον γάλλο πολιτικό σχολιαστή Ζαν - Πιερ Φορζέ, μεταγράφοντας με άλλο τρόπο το στοχαστικό ανέκδοτο του Βούδα.

Σε αυτή την κατηγορία των μεταφιλοσόφων τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτό του. «Το εγχείρημά μου είναι μεταφιλοσοφικό και σκεπτόμενο», έχει πει, ορίζοντας και τα πεδία της σκεπτόμενης δράσης του. «Από τον προφιλόσοφο Ηράκλειτο ως την ολοκλήρωση της φιλοσοφίας και τη διαπίστωση του τέλους της ιστορίας στον Χέγκελ, μέσα από τον στοχαστή Μαρξ, τους Χέλντερλιν, Ρεμπό, τελευταίους ποιητές, τον Νίτσε, κριτικό και εξάγγελο, τον αναλυτή Φρόιντ και τον Χάιντεγκερ, ο οποίος δεν παύει να είναι ένας αινιγματικός στοχαστής που στοχάζεται το αίνιγμα, έχω ακολουθήσει μια κεντρική σκέψη που μου επιβαλλόταν, προσπαθώντας να κάνω την ιδέα της αλήθειας να βγει από τους αρμούς της και να θεωρήσω τον κόσμο σαν να μην είναι ούτε με νόημα ούτε παράλογος, αλλά όπως ξετυλίγεται σαν παιχνίδι που περιέχει και που συντρίβει τη συνδυαστική όλων των παιχνιδιών».

* Περιπλάνηση
και παιχνίδι

Πρέπει να συγκρατήσουμε αυτές τις φράσεις του Κώστα Αξελού γιατί συνοψίζουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, το εγχείρημά του. Πρώτα από όλα δίνουν τον αστερισμό των στοχαστών όπου ο ίδιος περιπλανάται. Δίπλα στον Ηράκλειτο, στον Μαρξ, στον Χέγκελ, στον Χάιντεγκερ και στον Φρόιντ, βρίσκουμε τον Χέλντερλιν και τον Αρθούρο Ρεμπό. Σε αντίθεση με τη φιλοσοφία που δυσπιστούσε απέναντι στην ποίηση, ο Αξελός ξέρει να βαδίζει στους δρόμους της ποιητικότητας, ξέρει να ακούει τις ρήσεις του Ρεμπό, γιατί η ποίηση και η τέχνη είναι συνιστώσες του κόσμου, συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στο παιχνίδι του κόσμου.

«Η τέχνη μας κάνει να βλέπουμε και να ακούμε σχέδια, χρώματα, ήχους και ρυθμούς του κ/Κόσμου, αποκρύβοντάς τα και αποκαλύπτοντάς τα», γράφει στην Ανοιχτή Συστηματική.

Ταυτόχρονα οι φράσεις του θέτουν τις δύο θεμελιώδεις έννοιες του (μετά)φιλοσοφικού στοχασμού του που είναι η Πλανητική Σκέψη και το Παιχνίδι του Κόσμου. Ο Αξελός επεξεργάστηκε αυτές τις δύο έννοιες και τις προβολές τους σε μια σειρά έργων που συγκροτούν τρεις τριλογίες: «Το ξετύλιγμα της Περιπλάνησης» (1961-1964), «Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού» (1969-1977), «Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης» (1969-1979).

«Πλανητική σκέψη εννοώ μια σκέψη που παίρνει τη σκυτάλη από την ευρωπαϊκή και σύγχρονη σκέψη και που απλώνεται σε όλη την υδρόγειο σφαίρα, δηλαδή στον πλανήτη Γη. Η πλανητική σκέψη, κι αυτός είναι ο νεωτερισμός της, δεν είναι πλέον μια σκέψη της αλήθειας αλλά μια σκέψη της περιπλάνησης. Καθώς, ελληνικά, πλανήτης σημαίνει πλάνης αστήρ, η μοίρα του δικού μας περιπλανώμενου άστρου είναι να ριχτούμε σε ένα δρόμο όπου όλες οι αλήθειες εμφανίζονται ως θριαμβικές μορφές της περιπλάνησης», είχε πει στον Ζαν - Πιερ Φορζέ.

Και για το Παιχνίδι του Κόσμου είχε πει στον ίδιο συνομιλητή του: «Ως τώρα ο κόσμος υπαγόταν πάντοτε σε ένα Απόλυτο, τη Φύση, τον Θεό, τον Ανθρωπο (τη θέληση και τη σκέψη του). Τα τρία αυτά απόλυτα είναι ήδη νεκρά ή έχουν περάσει στη φάση του τέλους τους. Στη θέση τους έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον ίδιο τον κόσμο, που είναι το σύνολο των συνόλων των παιχνιδιών που μας φανερώνονται και με τα οποία παίζουμε. Ο άνθρωπος είναι ο μεγάλος συμπαίκτης του παιχνιδιού του κόσμου, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνο παίκτης, είναι επίσης ο «εμπαιζόμενος», το άθυρμα».

Σαν να συμμερίζεται την απορία εκείνου του ακροατή του Βούδα που λοιδορεί τον «λυτρωτή» ότι δεν δίνει απαντήσεις σε τίποτε, ο Κώστας Αξελός δίνει απαντήσεις, αλλά μέσω ενός ερωτηματικού τρόπου. Η σκέψη του είναι εξαιρετικά ερωτηματική και τα γραπτά του περιέχουν πλήθος ερωτημάτων αλλά και ερωτηματικών. Γιατί σκεφτόμαστε; Τι να πράξουμε; είναι οι τίτλοι δύο περίφημων διαλέξεών του (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη).

* Η σκέψη
και η πράξη

Ο Αξελός δεν είναι στοχαστής του εργαστηρίου. Χωρίς να ακολουθεί τις μόδες της εποχής, που συχνά - πυκνά φέρνουν στον αφρό των media φιλόσοφους και «φιλόσοφους», έχει θέσεις και ερωτήματα για το κράτος, τα πανεπιστήμια, τις εκκλησίες, τα κόμματα, τα ΜΜΕ, τις ιδεολογίες, την οικολογία, την τεχνική.

Κριτικός απέναντι στο «θλιβερό» κράτος, ιδιαίτερα το ελληνικό, κριτικός απέναντι στην πολιτική, «που δεν αποτελεί παρά μια τεχνικογραφειοκρατική διαχείριση για τους εκάστοτε κυβερνώντες όσο και για τους εκάστοτε αντιπολιτευόμενους», κριτικός για τα πολύμορφα μαζικά μέσα «ενημέρωσης», «που εξαντλούν τα όρια αντοχής όλων των κοινωνιών και πολιτευμάτων», κριτικός με τη μεταστροφή του ανθρώπου σε «οικονομικό κτήνος», κριτικός με την οικολογία, «που μπορεί να ονομάζει ορισμένα δεινά, να προβαίνει σε αρνήσεις, αλλά δεν βλέπει τις προϋποθέσεις και τις ανάγκες του σημερινού και αυριανού κόσμου, μένει νοσταλγική», ο Αξελός, όσο και αν αυτό φαίνεται ηθικολογικό, κάνει προτάσεις. Στο τι να πράξουμε; απαντά με τη στοχαστική ή τη σκεπτόμενη πράξη.

«Να προσπαθήσουμε να στεκόμαστε και να κρατιόμαστε όσο γίνεται πιο όρθιοι, σε μια στάση στοχαστικής εγρήγορσης, ακόμη και ιδίως όταν όλα ισοπεδώνονται, έρπουν και μηδενίζονται». «Να μην ξεχνάμε πως η φύση, δυνατότερη από τον άνθρωπο, την επιστήμη και την τεχνική, απεριόριστη αλλά όχι αναγκαστικά άπειρη, έχει τα όρια της ανοχής και της αντοχής».

«Να αφομοιώσουμε την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας, όπου όλες οι ιδεολογίες χρεοκόπησαν, όσο κι αν εν μέρει πέτυχαν, και να αντιτάξουμε στον δεσπόζοντα πολιτικαντιδισμό μια πιο νηφάλια ένταξη και αντίσταση που να μη στηρίζεται στην απάτη και στην εξαπάτηση, στην κερδοσκοπία και στην εκμετάλλευση».

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλες τέτοιες φράσεις. Αλλά ο Αξελός δεν θέλει να δώσει έναν οδηγό δράσης. Θέλει να παίξει ένα «δόλιο» παιχνίδι που θα μας οδηγεί διαρκώς στο ερώτημα Τι να πράξουμε; Είναι φανερό ότι το παιχνίδι συνεχίζεται.

http://www.tovima.gr

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Δημήτρης Τσάτσος-«Εφυγε» ο συνταγματολόγος της δημοκρατίας



Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Απεβίωσε χθες, σε ηλικία 77 ετών, ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και πολιτικός Δημήτρης Τσάτσος.

Γόνος πολιτικής οικογένειας, γιος του βουλευτή των Φιλελευθέρων και υπουργού Θεμιστοκλή Τσάτσου και ανιψιός του διατελέσαντος Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο εκλιπών γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933.

Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στη Χαϊδελβέργη και το 1960 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ από το 1965 ως το 1968 εργάστηκε ως ερευνητής στο Max Planck Institute.

Το 1968 εξελέγη υφηγητής του γερμανικού και αλλοδαπού Δημοσίου Δικαίου και δίδαξε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βόννης, ενώ την ίδια χρονιά εξελέγη υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το δικτατορικό καθεστώς όμως δεν του επέτρεψε να διδάξει.

Το 1969 εξελέγη καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αλλά δεν διορίστηκε από τη δικτατορία. Εναν χρόνο μετά επέστρεψε ως μόνιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βόννης.

Το 1973 φυλακίστηκε από τη δικτατορία, μετά την κατάρρευση της οποίας, το καλοκαίρι του 1974, συμμετείχε ως υφυπουργός της Ανώτατης Παιδείας στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Kατά τη θητεία του θέσπισε τα μέτρα κάθαρσης στα πανεπιστήμια κατά των συνεργατών της δικτατορίας («αποχουντοποίηση») και πρότεινε τον πρώτο δημοκρατικό νόμο-πλαίσιο για τα ελληνικά πανεπιστήμια.

Από το 1980 και ως τη συνταξιοδότησή του ήταν καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάγκεν, ενώ διετέλεσε πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων από το 1988 ως το 1990.

Στις εκλογές του 1974 εξελέγη βουλευτής στην Α' Περιφέρεια της Αθήνας με την Ενωση Κέντρου Νέες Δυνάμεις και στην προετοιμασία του Συντάγματος του 1975 υπήρξε γενικός εισηγητής εκ μέρους όλης της αντιπολίτευσης.

Διεγράφη, λόγω διαφωνιών με την ηγεσία του κόμματος, ενάμιση χρόνο αργότερα, συνεχίζοντας την πολιτική του δράση στον νέο σχηματισμό Πρωτοβουλία για Δημοκρατία και Σοσιαλισμό που στις εκλογές του 1977 συναποτέλεσε τη Συμμαχία.

Ακολούθως συμπορεύθηκε με το ΠαΣοΚ και επί δύο συνεχείς θητείες (1994-1999 και 1999-2004) υπήρξε επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου του κόμματος. Στη δεκαετή παρουσία του στα ευρωέδρανα διακρίθηκε για τις καίριες παρεμβάσεις του σε πολιτικά και θεσμικά ζητήματα και πήρε ενεργά μέρος στην προετοιμασία του Ευρωσυντάγματος.

O Δημήτρης Τσάτσος άφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα του Σαββάτου στο Αττικό Νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν με καρδιολογικά προβλήματα.

http://www.tovima.gr

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Σαν σήμερα Γεννήθηκε ο Τσάρλι Τσάπλιν (16 Απριλίου 1889)






Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν ή Τσάρλι Τσάπλιν. Από τους πιο γνωστούς κινηματογραφικούς «αστέρες» πριν το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστός και ως «Σαρλό» (κωμικό-τραγικός τύπος με φαρδιά παντελόνια, κοντό μουστάκι, τρύπια παπούτσια και το χαρακτηριστικό μπαστούνι που ο ίδιος δημιούργησε).

Γιος οικογένειας ηθοποιών, ο Τσάπλιν ανέβηκε στο σανίδι σε ηλικία μόλις πέντε ετών, ενώ μικρός γνώρισε τη φτώχεια και την εξαθλίωση στις συνοικίες του Ανατολικού Λονδίνου.

Σε νεαρή ηλικία μεταβαίνει στις ΗΠΑ όπου ξεκινά μια σημαντική κινηματογραφική καριέρα, που θα δώσει κλασικά, πλέον αριστουργήματα, όπως «Μοντέρνοι Καιροί», «Ο κύριος Βερντού», «Τα Φώτα της Πόλης», «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ» κλπ.

Οι αντιδράσεις που προκαλεί με τον «Κύριο Βερντού», όπου καυτηριάζει το βιομηχανικό- και όχι μόνο- κατεστημένο των ΗΠΑ, τον αναγκάζει να αυτοεξοριστεί στην Ελβετία.

Παντρεύτηκε τέσσερις φορές- και τις τέσσερις με ηθοποιούς- και απέκτησε 11 παιδιά. Αφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Δεκεμβρίου 1977- και ένα σημαντικό έργο πίσω του.

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010


Ο Πάντσο Βίλα γεννήθηκε ως Ντορότεο Αράνγκο στο Σαν Χουάν ντελ Ρίο του Μεξικό το 1877. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην επαρχία Ντουράνγκο ώσπου στην ηλικία των 16 σκότωσε τον άνδρα που βίασε την αδερφή του και αναγκάστηκε να αλλάξει το όνομα του σε Φραντζέσκο Βίλα για να διαφύγει από το νόμο.

Στην ηλικία των 20 ο Βίλα μετακινήθηκε νοτιότερα δουλεύοντας ως ανθρακωρύχος και έμπορος ζώων. Στις αρχές τ ου 1900 ξεκίνησε να οργανώνει ομάδες ανταρτών που έκλεβαν ζώα από πλούσιους τσιφλικάδες και τα μοίραζαν σε άπορους εργάτες.

Ο δικτάτορας Ντίαζ επικύρηξε τον Πάντσο Βίλα με μεγάλα ποσά αλλά ο λαός γρήγορα τον αναγνώρισε ως ήρωα και τον φυγάδευε όταν τα κυβερνητικά στρατεύματα του έστηναν ενέδρες.

Σύντομα, οι αντάρτες του Πάντσο Βίλα άρχισαν να χτυπούν κρατικές τράπεζες και με τα χρήματα βοηθούσαν τις τοπικές κοινωνίες να απαλλαγούν από την οικονομική εξουσία των Αμερικάνων εποίκων που είχαν αγοράσει μεγάλες εκτάσεις στο Μεξικό. Μέχρι το 1909 ο Πάντσο Βίλα είχε γίνει -εκτός από λαϊκός ήρωας- ο φόβος κι ο τρόμος των Αμερικάνων και Μεξικανών γαιοκτημόνων.

Οι επαφές του με τον επαναστάτη Φραντζέσκο Μαδέρο, κατέληξαν στην ένωση των δυνάμεων τους το 1910. Η χαρισματική μορφή του Βίλα μπόρεσε να επιστρατεύσει χιλιάδες Μεξικανούς αλλά και αρκετούς Αμερικάνους για τους σκοπούς της επανάστασης.

Φρόντισε μάλιστα να δημιουργήσει ένα ολόκληρο τάγμα από Αμερικάνους αντάρτες με διοικητή τον Tracey Richardson βετεράνο από πολλούς επαναστατικούς στρατούς της λατινικής Αμερικής.

Οι δυνάμεις του Μαδέρο αρχικά επικράτησαν αλλά ύστερα από την δολοφονία του και το πραξικόπημα του Βικτοριάνο Χουέρτα, ο Βίλα μαζί με τους Καράνζα και Ομπρεγκόν αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν.

Η επανάσταση του Μεξικό συνεχίστηκε με μεγαλύτερη αυτή τη φορά ορμή και στο πέρασμα τους, οι δυνάμεις του Βίλα απαλλοτροίωναν όλες τις μεγάλες φάρμες και φυτείες αποζημιώνοντας με αυτές τις χήρες και τα ορφανά των ανταρτών που είχαν χάσει την ζωή τους στις μάχες.

Αυτή η κίνηση τον έκανε γνωστό και στις ΗΠΑ όπου ο μύθος του προσέλκυσε κινηματογραφικές εταιρείες που γύριζαν ταινίες με την ζωή του και απαθανάτιζαν τις ιστορικές του νίκες.

Το 1914 οι στρατοί του Πάντσο Βίλα και του Εμιλιάνο Ζαπάτα ενώθηκαν στην πόλη του Μεξικό κατακτώντας την και ολοκληρώνοντας έτσι με επιτυχία την Μεξικανική επανάσταση.
Διαφωνίες ανάμεσα στους αρχηγούς της επανάστασης σύντομα έφερε τον Βίλα αντιμέτωπο με τους παλιούς του συμμάχους Ομπρεγκόν και Καράνζα.

Όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ στήριξε ανοιχτά την προεδρεία του Καράνζα, ο Πάντσο Βίλα για αντίποινα επιτέθηκε στις συνοριακές πόλεις των ΗΠΑ τρέποντας σε φυγή την αμερικανική εθνοφυλακή.


Η εικόνα του ως ήρωας της επανάστασης σύντομα καταστράφηκε για τους Αμερικάνους αν και οι Μεξικανοί συνέχιζαν να τον βλέπουν ως εκδικητή για δεκαετίες καταπίεσης από τους Γιάνκηδες.

Παρά την δημοφιλία του όμως, άρχισε να χάνει την μία μάχη μετά την άλλη από τον στρατό του Καράνζα και του Ομπρεγκόν. Ύστερα από δύο αποτυχημένες προσπάθειες του Αμερικανικού στρατού να τον νικήσουν το 1916 και το 1919 τελικά η Μεξικανική κυβέρνηση δέχτηκε την παράδοση του και την απόσυρση του από την πολιτική ζωή με τον τίτλο του στρατηγού.

Το 1923 κι ενώ επέστρεφε από την πόλη Παράλ, αμερικάνοι και κυβερνητικοί πράκτορες έστησαν ενέδρα και δολοφόνησαν τον μεγάλο ηγέτη της μεξικανικής επανάστασης.

Στις μέρες μας οι Μεξικανοί θυμούνται τον Πάντσο Βίλα με περηφάνια αφού ο ίδιος κατάφερε τις μεγαλύτερες νίκες στον αγώνα του λαού για δημοκρατία και ελευθερία. Εξαιτίας της επιτυχημένης εκστρατείας του Πάντσο Βίλα εναντίον της Αμερικής και της νίκης του επί του αμερικανικού στρατού στην μάχη του Columbus θεωρείται ως ο μοναδικός στρατιωτικός διοικητής που κατάφερε να εισβάλλει και νικήσει τις ΗΠΑ σε δικό τους έδαφος.

Πηγή:konstantinosdavanelos

Claude-Lévi Strauss

Brussels, 28 November 1908 – Paris, 1 November 2009

Ο «πατέρας» της σύγχρονης ανθρωπολογίας, Κλοντ-Λεβί Στρος, απεβίωσε στην ηλικία των 100 στο Παρίσι, όπως ανακοίνωσε η Γαλλική Ακαδημία την Τρίτη, χωρίς να δίνει περισσότερες πληροφορίες για τις συνθήκες του θανάτου του.

Ο δομιστής Κ-Λ.Στρος αποτέλεσε έναν από τους πλέον σημαίνοντες Γάλλους διανοούμενους του 20ου αιώνα, και συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της σύγχρονης ανθρωπολογίας, εισάγοντας νέες έννοιες.

Με το έργο του έδειξε ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά βασίζεται σε λογικά συστήματα τα οποία, αν και μπορεί να διαφέρουν εξωτερικά από κοινωνία σε κοινωνία, συγκροτούν κοινές δομές.

Γεννημένος στις Βρυξέλλες το 1908, με στέρεες φιλοσοφικές σπουδές, ο Λεβί Στρος έκανε πολλά ώστε να αποκατασταθεί η «πρωτόγονη» σκέψη, ανέτρεψε την ιδέα ότι ο δυτικός είναι ένας ανώτερος πολιτισμός και αμφισβήτησε την πρωτοκαθεδρία του ανθρώπου ανάμεσα στα άλλα έμβια όντα.

«Αν ο άνθρωπος κατέχει εξ αρχής δικαιώματα ως έμβιο ον, προκύπτει ότι αυτά τα δικαιώματα, που αναγνωρίζονται τόσο στην ανθρωπότητα όσο και στο είδος, συναντούν τα φυσικά τους όρια στα δικαιώματα των άλλων ειδών. Τα δικαιώματα της ανθρωπότητας σταματούν εκεί όπου η άσκησή τους θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των άλλων ειδών» είχε πει.

Γόνος αλσατοεβραϊκής οικογένειας, μελέτησε συστηματικά την ανθρώπινη κοινωνία και τις λειτουργίες της. Πήρε το πανεπιστημιακό δίπλωμα της Φιλοσοφικής σχολής το έτος 1931, ενώ βρέθηκε στους κόλπους του SFIO, προδρόμου του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Από τη θέση καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο, έκανε από το 1935 πολλές εθνογραφικές αποστολές σε όλον τον Αμαζόνιο. Το 1941 θα καταφέρει να φθάσει στη Νέα Υόρκη, όπου δίδαξε κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, για να επιστρέψει στη γενέτειρά του μεταπολεμικά και να γίνει καθηγητής Ανθρωπολογίας στο «Κολέγιο της Γαλλίας», όπου δίδαξε έως το 1982.

Το 1973 εισήλθε στη Γαλλική Ακαδημία, κατέχοντας ισοβίως την έδρα της Εθνολογίας.

Στα έργα του Στοιχειώδεις δομές συγγένειας των πρωτόγονων λαών και Δομική ανθρωπολογία θεμελίωσε τον δομισμό, εφαρμόζοντάς τον σε όλα τα ανθρώπινα είδη.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, το κυριότερο μέρος της οποίας κράτησε περίπου έξι δεκαετίες, συνέγραψε θεμελιώδεις μελέτες για τον επιστημονικό του κλάδο, όπως τους Θλιβερούς Τροπικούς, το Μύθος και Νόημα, και την Αγρια Σκέψη.

Με επιβλητικό παράστημα και διεισδυτικό βλέμμα πίσω από τα χαρακτηριστικά γυαλιά του, εξαιρετικά φιλόμουσος και ειδικά φίλος της όπερας, λάτρης της Ιαπωνίας, βουδιστής στο τελευταίο στάδιο της ζωής, ο αιωνόβιος Γάλλος διανοητής διακρινόταν από μία «εκφοβιστική ντροπαλότητα», σύμφωνα με το στενό του περιβάλλον.

Στα τέλη της μακράς ζωής του έζησε σε ένα διακριτικό διαμέρισμα στο Παρίσι. Έγραψε, τότε, το έργο Από Κοντά και από Μακριά.

«Παρατηρώ την τρομακτική εξαφάνιση ειδών της πανίδας και της χλωρίδας. Το ανθρώπινο είδος ζει σε ένα καθεστώς εσωτερικής δηλητηρίασης. Σκέφτομαι τον κόσμο στον οποίο τελειώνω τις ημέρες μου. Και δεν αγαπώ αυτόν τον κόσμο», εξομολογήθηκε το 2005 σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις που έδωσε σε προχωρημένη ηλικία.

Η Γαλλική Ακαδημία σχεδιάζει αφιέρωμα στον Κλοντ-Λεβί Στρος προς το τέλος της εβδομάδας.

Ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί απέτισε φόρο τιμής «στον ακούραστο ανθρωπιστή, τον ερευνητικό πανεπιστημιακό, που πάντα αναζητούσε νέες γνώσεις, στον άνθρωπο που ήταν ελεύθερος από κάθε σεκταρισμό και κάθε κατήχηση, τον Κλοντ-Λεβί Στρος».

Ο Σαρκοζί είχε επισκεφθεί την πέρυσι τον Στρος με την ευκαιρία των εκατοστών γενεθλίων του για να του εκφράσει «την αναγνώριση όλου του έθνους».

Πηγή:in.gr

«Σιχαίνομαι τα ταξίδια και τους εξερευνητές», αυτή είναι η πρώτη φράση του βιβλίου «Θλιβεροί Τροπικοί»του διάσημου Γάλλου εθνολόγου Κλοντ Λέβι-Στρος.

O Λέβι-Στρος δεν διαθέτει το μικρόβιο του εξερευνητή, αλλά εκείνο το μανιώδους συλλέκτη. Οι επισκέπτες του Μουσείου του Κε Μπρανλί έχουν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν τα 1478 εκθέματα που περισυνέλεξε κατά τη διάρκεια του βίου του ο Γάλλος εθνολόγος, θαυμάσουν τις φωτογραφίες του λευκώματος «Νοσταλγία της Βραζιλίας» που τράβηξε από το 1935 ως το 1939 στο Μάτο Γκράσο και την Αμαζονία.

O Λέβι-Στρος συνεχίζοντας τη παράδοση των Κεντροευρωπαίων ταξιδευτών (Ελγιν, Μαλρώ) μετέφερε στη χώρα του τα σημαντικότερα έργα τέχνης των πολιτισμών που ανακάλυπτε. Τα περισσότερα αντικείμενα συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια δύο ταξιδιών που πραγματοποίησε με τη σύζυγό του Ντίνα στην Αμαζονία ως απεσταλμένοι του τότε υπό διαμόρφωση Μουσείου Εθνολογίας «Musée de l’Homme».


Η πρώτη επιστημονική αποστολή (1926) ήταν αποδοτική καθώς συνοδεύτηκε από μια έκθεση των 678 αντικειμένων (κεραμικά, βέλη και τόξα, μουσικά όργανα κλπ) των φυλών Μπορόρος και Καντουβέος που εντάχθηκαν αυτομάτως στη συλλογή του Μουσείου. Η δεύτερη αποστολή (1938-39) στους Ναμπικουάρα και τους Τούπι-Καουαχιμπ δεν επέφερε ανάλογους καρπούς, καθώς τους ακολουθούσε σε κάθε βήμα ειδικός συνοδός με τη ρητή εντολή να μην επιτρέψει τη «μετανάστευση» των σημαντικότερων έργων.

Ο Λέβι-Στρος πλούτισε τη συλλογή του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ αγοράζοντας από τους αντικέρ σπάνια αντικείμενα των Ινδιάνων της βόρειας Αμερικής.

Πίσω από τον ανθρωπολόγο και τον ερασιτέχνη φωτογράφο, κρύβεται ο μανιώδης συλλέκτης. Κι ο «ο αυθεντικός συλλέκτης», σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν «δρα ως κυνηγός και κατακτητής». Η «συλλογή» αντικειμένων, έργων τέχνης «υπανάπτυκτων» πολιτισμών κρύβει ή φανερώνει την υπέρμετρη αλαζωνεία του Δυτικοευρωπαίου αποικειοκράτη που καταδυνάστευσε την υφήλιο και συνεχίζει να το πράττει mutantis mutandtis και σήμερα πουλώντας τα ομοιόμορφα, χρηστικά, εφήμερα και ευτελή του αντικείμενα στις τέσσερις γωνιές του (εκπολιτισμένου) πλανήτη.

Πηγή:στήν αράδα

Η Ελλάδα έχασε έναν πολύτιμο φίλο της




Φωτογραφία
Ο Στούρε Λίνερ


Από τους πιστούς και πολύτιμους φίλους της Ελλάδας, που αγάπησε βαθιά τη χώρα μας και συνέδεσε το όνομά του με αυτή, δείχνοντας έμπρακτα την αγάπη του, ο ελληνιστής, σουηδός καθηγητής Στούρε Λίνερ έφυγε από τη ζωή στα 92 του.

Αγάπησε και σπούδασε τον ελληνικό πολιτισμό και απέκτησε τον τίτλο του καθηγητή της Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας. Στην Κατοχή μάλιστα βρέθηκε στην Ελλάδα με τον Σουηδικό Ερυθρό Σταυρό, βοηθώντας τους Έλληνες τα δύσκολα εκείνα χρόνια και μεταφέροντας τρόφιμα με πλοία.

Αργότερα στήριξε τον αντιδικτατορικό αγώνα, ενώ η προσφορά του ήταν σημαντική και στο έργο της Σουηδικής Επιτροπής για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Ο Στούρε Λίνερ έγινε αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, όπου εργάστηκε επίσης με σημαντικό έργο.

Μέσα από τη λογοτεχνική, φιλολογική του δραστηριότητα και την αρθρογραφία του πρόβαλε ιδιαίτερα τη σύγχρονη Ελλάδα.

Συνέβαλε μάλιστα σημαντικά με τη μετάφραση του έργου του Γιώργου Σεφέρη στην απονομή του βραβείου Νομπέλ στον ποιητή.

Παντρεμένος με την Κλειώ Ταμπακοπούλου, έζησε για πολλά χώρα στην Ελλάδα. Το 2004, η ελληνική κυβέρνηση του απένειμε τον τίτλο του Πρεσβευτή του Ελληνισμού.

Τη θλίψη τους για τον θάνατο του ελληνιστή καθηγητή και φιλέλληνα, το όνομα του οποίου μένει στην Ιστορία συνδεδεμένο με τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Σεφέρη, το Βυζάντιο, εκφράζει ο Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου μιλώντας για την «τύχη που είχε να τον γνωρίζει προσωπικά» και ο υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος λέγοντας πως «χάσαμε έναν πολύτιμο σύμμαχο».

Πηγή:http://digital.tanea.gr/

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Νίκος Αντωνάκος

Δευτερα, 6 Απριλιου 2009

Αιφνίδια έφυγε από τη ζωή το βράδυ της περασμένης Παρασκευής, από ανακοπή της καρδιάς, ο σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου Νίκος Αντωνάκος.

Ο Νίκος Αντωνάκος.
Ενώ μιλούσε στο αφιέρωμα της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, για τον Γιάννη Ρίτσο, αισθάνθηκε δυσφορία, και εξέπνευσε κατά τη μεταφορά του στο Νοσοκομείο "Αλεξάνδρα".

Γεννημένος το 1942, διατέλεσε Γενικός Γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών και μέλος του ΔΣ, για περισσότερα από δέκα χρόνια. Συνεργάστηκε ως πολιτικός συντάκτης σε εφημερίδες του Λονδίνου, και συνέχισε ως αρθρογράφος στην Ελλάδα.

Κείμενα, κριτικές και διηγήματά του, δημοσιεύτηκαν στον περιοδικό και ημερήσιο τύπο. Έγραψε πολλά σενάρια για κινηματογράφο, ντοκιμαντέρ και τηλεόραση, ενώ επίσης έγραψε και σκηνοθέτησε πληθώρα θεατρικών έργων.

Τελευταία, δούλευε τη νέα του ταινία «Για πιάνο και ορχήστρα», ενώ παράλληλα, φρόντιζε την έκδοση του ομώνυμου μυθιστορήματός του, και του τρίτου τόμου πολιτικών κειμένων, «Ιστορίες της Κυριακής».


Πηγή:http://www.naftemporiki.gr/